Θάνατος και παραμύθι

– Πόσα μου θυμίζει αυτό το μέρος…. Σαν να έχω ξανάρθει!

Σε κοίταξα κάπως περίεργα, νιώθοντας ότι τίποτα από όλα αυτά δεν είχε πια σημασία. Ήμασταν εκεί και αυτό, ναι αυτό και μόνο αυτό, είχε σημασία.

Πόσο θα ήθελα να μην βιαζόσουν πριν μιλήσεις. Πόσο θα ήθελα να σκεφτόσουν τις λέξεις σου μία μία κάθε φορά που άνοιγες το στόμα σου.

Έριξα μια βιαστική ματιά και ξάνοιξα το βήμα μου, τάχα πως βαρέθηκα το χώρο.

Συνήθιζα να φεύγω, το ξέρω. Όμως τούτη τη φορά ήταν αλλιώς.

– Σκέφτηκες ποτέ πόσους αληθινά δικούς σου ανθρώπους γνώρισες στη ζωή σου? Ανθρώπους που τους βλέπεις μετά από χρόνια και νιώθεις πως δεν πέρασε ούτε μια μέρα που δεν τους σκέφτηκες, ούτε μια στιγμή που δεν προσευχήθηκες να είναι καλά όπου κι αν είναι, ό,τι κι αν κάνουν. Κι ας σε έχουν ξεχάσεις μέσα στις έγνοιες της καθημερινότητας. Κι ας μην υπάρχεις εσύ πια γι’ αυτούς. Κι ας μην υπήρξες ποτέ…

‘Η ζωή προχωράει’, μου ‘πες.

‘Μη με ξεχάσεις’, μου τραγούδησες.

‘Κάπου εδώ γύρω θα ‘μαι’, μου ‘πες.

Σε άκουγα να ανασαίνεις με τύψεις. Μπρος στα μάτια μου, ένα τεράστιο ρολό με μαύρα γράμματα, λόγια γραμμένα, δάκρυα στο χαρτί, δικαιολογίες, τηλεφωνικές συνομιλίες, μηνύματα, χαρτάκια, μαθήματα, σημειώσεις, βιβλία, ψέμματα, ψέμματα, ψέμματα.

Στο νησάκι το μυαλού μου, όπου κάθε ψίθυρος ηχεί στην ερημική αμμουδιά, άρχισε να παίζει μια παλιά μελωδία του Folgeberg. Σε θυμάμαι νομίζω. Με μακριά μαλλιά. Λίγα λόγια. Και λαχτάρα για ζωή. Που χάθηκες?

Advertisements

Μικρές, μικρές παγίδες

‘Τόσα ωραία τραγούδια κι είναι ακόμα πρωί!’

Ξύπνησες κι η αγκαλιά σου ήταν γεμάτη. Κοιμήθηκες, ξαναξύπνησες κι η αγκαλιά σου ήταν και πάλι άδεια.

‘Ζωή δεν σε κατάλαβα ποτέ….’

Κάποτε τα ψέμματα τελειώνουν. Η ζωή είναι γεμάτη μικρές μικρές παγίδες. Κι εσύ το μόνιμο θύμα. Ένα ‘θύμα’ που οι αντιστάσεις του κάμπτονται σαν μισολιωμένο ζαχαρωτό πάνω απ’ το τζάκι: εύκολα!

Μουσική, σεξ, φαγητό, χρήμα, ομορφιά, ήλιος, ένας δυνατός πρωινός καφές, ταξίδια χωρίς πυξίδα, συνταγές από περιοδικά κρεμασμένες στην κουζίνα, ματιές με καλά κρυμμένα χαμόγελα, βαλσάκια του ανέμου έξω από το παράθυρο, βιβλία που σε περιμένουν υπομονετικά να τα διαβάσεις, κιεναεκατομμυριοαλλεςμικροαπολαυσειςπουποτεδενειχεςαναγκηγιανασουλειψουν….

Σύμπαν. Αυτό είναι που δεν κουνιέται ποτέ, ΕΚΤΟΣ από εκείνες τις φορές που σείεται συθέμελα και αυτούσιο μέχρι να κατακρημνιστεί μπροστά στα μάτια σου.

Δυο τσιγάρα νύχτα είναι ο πόνος, γι’ αυτούς που θυμούνται. Δυο τσιγάρα, γι’ αυτούς που ξεχνούν.

Κι αν ήθελα να σε δω δυο μέρες νωρίτερα, κι αν ήθελα να πάμε κάπου ήρεμα να τα πούμε, τόση βροχή είπαν θα ρίξει αυτές τις μέρες που σχεδόν θα καλύψει τις στέγες που ήξερες.

Χθες βράδυ πήγα σε ένα νησί ηλιόφωτο. Με αμμουδερές παραλίες και δυνατά κύματα, κέρδιζε κομμάτι κομμάτι τους κόκκους της γαλήνης μέσα μου. Λίγο το κρασί, λίγο εσύ μέθυσα! Κι είπα να μείνω.

Κάποτε θα τα θυμάμαι όλα αυτά και μια χαρμολύπη θα κατακλύζει το δωμάτιο. Αυτό με τις κρυμμένες φωτογραφίες που ποτέ δεν μάζεψα και τις αναμνήσεις που ποτέ δεν έσβησα. Κι αν οι φωνές που ακούγονται είναι από την αυλή του σπιτιού κι αν πάλι είναι από το κεφάλι μου μέσα, ποιο από τα δύο είναι καλύτερο πραγματικά δεν νομίζω να αναγνωρίζω.

Οι άγγελοι κοιμούνται όταν η αγάπη περισσεύει

Κι ήσουν πάντα εκεί. Κάτω απ’ τα μεγάλα, λευκά φτερά σου μεγάλωσα. Κάτω απ’ τη χρυσαφένια σου αύρα ζύγιζα κάθε μου βήμα, έπλαθα κάθε μου όνειρο. Χρόνια ολόκληρα, δυο άγρυπνα μάτια δε χόρταιναν να με κοιτάζουν. Να γελάω, να παίζω, να αντριεύομαι. Ήσουν πάντα εκεί και το νιώθω. Ακόμα το νιώθω.

Ένα μικρό carusel η ζωή, μέχρι να κάνεις ένα γύρο σού τελειώνουν τα κέρματα. Και τι σου μένει? Ένα γλυκόπικρο χαμόγελο και τα φώτα που γυρίζουν ακόμα αδιάκοπα μες στο μυαλό σου, σαν να μην κατέβηκες ποτέ. Ήθελες να είσαι ακόμα λίγο εκεί. Ήθελες.

Και ήρθε κι ο άνεμος. Φίλος ή εχθρός?

«Και τώρα ΦΥΓΕΤΕ!», είπε ο Θεός και τους απέστειλε. Για χρόνια ολόκληρα θα ζούσαν μακριά από τον παράδεισο, κάτω στη γη. Μόνη τους αποστολή, να φτιάχνουν άλλους «αγγέλους», χωρίς φτερά αλλά με την ίδια κατάλευκη, αρυτίδωτη ψυχή. Με λόγια γλυκά και πρόσωπο αγγελικό, με χέρια καθαρά και ψυχή άσπιλη. Και με ένα χαμόγελο αληθινό σαν διαμάντι!

«Θα φτιάξετε όλοι από έναν όμοιό σας. Όταν ολοκληρώσετε την αποστολή σας, όταν τριγύρω σας η αγάπη θα περισσεύει, κλείστε τα μάτια κι ελάτε πάλι πίσω σε μένα, να θαυμάσετε από ψηλά ό,τι πετύχατε. Κλείστε απλά τα μάτια κι ο  άνεμος θα σάς φέρει πάλι δίπλα μου».

Σήκωσα τα χέρια ψηλά, σαν σε προσευχή, για να φτάσω το πάνω ράφι της ντουλάπας με τα μακρυμάνικα. Ένα δάκρυ κύλησε γρήγορα στο μάγουλό μου, καθώς χαμογελούσα χωρίς λόγο. Έξω ο αέρας λυσσομανά, Ιούνη μήνα.

Η αγάπη περίσσεψε. Άλλος ένας άγγελος, από αυτούς τους λίγους, τους σπάνιους, κοιμήθηκε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Και η αγάπη που σκόρπισε, περισσεύει.

Η φεγγαρόσκονη στα βλέφαρά σου

Μια σκέψη ήταν και πάει. Άλλη μια πέτρινη κόλαση κι αυτό το βράδυ, διαμερισματοποιεί με τοιχία από πάγο τα γαλάζια κομμάτια του νου σου. Αστειότητες.

Μπήκα στο μετρό και χάθηκα. Προορισμοί, στάσεις, φωνές, κόσμος, γελαστές και σκυθρωπές φάτσες με περιμένουν με ανακριτικό βλέμμα. Έψαξα σε κάθε γωνιά του να σε βρω, μέχρι να διαπιστώσω ότι δεν είσαι εκεί. Ότι ΠΑΛΙ δεν είσαι εκεί. Κι όμως δεν έφυγα. Γιατί αυτό το μετρό είναι η ζωή μου. Και σε αυτό το μετρό, δεν υπάρχει μέτρο, αλλά δεν υπάρχει και ζωή…

Περιέργεια που σε ‘κουράζει’, ανωνυμία που σε εξιτάρει. Φεύγεις.

Θυμάμαι…

Κάποτε ήμασταν πολύ νέοι. Κάποτε θα είμαστε πολύ γέροι. Κάποτε.

Βλέπω συχνά αυτό το παράξενο όνειρο. Περπατάω σε ένα πυκνό δάσος ανεβαίνοντας το λόφο, σε αυτό το ξεχασμένο από το Θεό ερημονήσι στη μέση του πουθενά, και νιώθω την ίδια μελαγχολική παρουσία τριγύρω μου. Ανεβαίνω και ξεμακραίνω. Φωνάζεις μα δεν σε ακούω. Τρομοκρατείσαι αλλά δεν το δείχνεις. Τρία λεπτά μετά επιστρέφω στο μικρό χωριό.

– «Βρήκες αυτό που έψαχνες?»

 – «Όχι!»

– «Δεν πειράζει. Νέος είσαι ακόμα.»

– «Σ’ ευχαριστώ γιαγιά. Θα ξανάρθω. Αλλά με παρέα.»

Φύσηξα τη φεγγαρόσκονη απ’ τα βλέφαρά σου και με μιας το όνειρο χάθηκε. Το δωμάτιο παγωμένο, παραδίδεται στη μαγικότητά του. Κι εγώ, σε μια γωνιά του, να συλλογίζομαι το φόβο.

Κάποτε θα είμαι χώμα και νερό μα θα σε θυμάμαι. Θα θυμάμαι τα μάτια σου. Θα χαθώ και δεν θα υπάρχω, αλλά θα νιώθω. Κι αν είναι να νιώθω, θέλω αυτό που θα νιώθω να είναι Αγάπη.

Αγάπη, αυτή η πρόστυχη!

Τα πιο ασυνήθιστα μέρη, στις πιο ασυνήθιστες στιγμές. Εποχές χωρίς αύριο. Βλέμματα χωρίς δισταγμό. Αγάπη. Και πάλι αγάπη.

Όλο το μπλε του ουρανού κι όλο το μαύρο του μυαλού χάνονται στην απρόβλεπτη μαγεία της. Πεταρίζεις τα δυο σου βλέφαρα κι είναι όλα πάλι εκεί. Σαν να μην έφυγαν ποτέ, σαν να μην θέλουν ποτέ να τελειώσουν. Χάνεσαι, μα η στιγμή μένει.

Ποτέ δεν σου άρεσαν τα ανέκδοτα. Τα έβρισκες σαχλά. Και κοίτα τώρα, ξέρεις αλήθεια πόσο θα ήθελα να σου πω για ένα ανέκδοτο-έρωτα και να δω τα μάτια σου να γελάνε? τα χείλη σου να σιωπούν? τα χέρια σου, αυτά τα μικρά χεράκια, να κινούνται έρμαια των παθών σου?

Κάποτε θα έρθει και μια μισοφώτιστη νυχτιά, που τα αηδόνια θα κελαηδούν για τη μικρή βεράντα στο πίσω μέρος του σπιτιού. Για το γλαστράκι που πότιζε με ηδονή τα καλοκαιρινά βράδια. Για σένα που λιώνεις, σαν όλα τα λουλούδια του Αυγούστου…

Γονατίζεις και επικοινωνείς με το σύμπαν. Χάνεσαι. Τι σε έκανε όμως να χαθείς?

Ζόρικοι καιροί

Μάζευες μικρά κοχύλια στην αμμουδιά και έλαμπε το πρόσωπό σου καθώς τα συγκέντρωνες στη χούφτα σου. Ο ήλιος έπεφτε σιγά σιγά και τα μάτια μου βασίλευαν. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα θέλω να ξαναδώ μια Ανατολή σαν κι αυτή, να ξαναγίνω παιδί σαν και τότε.

Κάναμε τόσα όνειρα και ήταν ακόμα μέρα! Έκλεινες εσύ τα μάτια, τά ‘κλεινα κι εγώ. Χαμογελούσες αθώα και λεπτά, σαν τίποτα άλλο να μην είχε σημασία σε τούτο τον κόσμο, στον κόσμο ολάκερο, και σκεφτόσουν τι θα άλλαζε τόσο ευχάριστα τη ζωή σου εκείνη τη στιγμή σάμπως να μην την άλλαζε καθόλου. Και πυροβολούσες.

Πόσα κυβικά ανέμου χτύπησαν το μέτωπό σου από τότε? Πήγαινες και πήγαινες, μόνος και μοναχός σε έναν ατέλειωτο δρόμο ανάγκης και υποταγής. Κι ήταν κι αυτό το όπλο εκεί να σε σημαδεύει, πότε να σε ξεχνάει και πότε να σε ψευτοθυμάται. Απειλή, γλυκιά μου. Γλυκιά αλλά απειλή…

Κάνεις μια ένα κλικ το ποντίκι σου και βλέπεις όλους τους φίλους σου «δίπλα». Ο ένας εδώ…., ο άλλος εκεί…! Όλοι «δίπλα» κι όλοι μόνοι και αλλού. Κάνεις να ανοίξεις τη ματιά σου πέρα από την οθόνη, και το μόνο έμβιο στο χώρο είσαι εσύ. Σκοτάδι. 1.14 π.μ. Σιωπή.

Σαν λευκός καπνός από τη μεγάλη τσιμινιέρα του θυμού, η παγωμένη μοναξιά ήρθε και γέμισε το δωμάτιο σιωπή. Ζεις για τη στιγμή μα η στιγμή πεθαίνει. Και μαζί της πεθαίνει και η αγάπη για το αύριο που δεν έζησε ποτέ. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Καμιά σιωπή δε γιατρεύει το νόστο. Κανένα βλέμμα δε γυαλίζει ξωπίσω σου.

Bang! Κάποιος πάτησε τη σκανδάλη, κάποιος έπεσε νεκρός κι η ζωή συνεχίζεται.

Ζόρικοι καιροί. Πρέπει να το λέει η καρδιά σου να κοιτάζεις στον καθρέφτη και να μη μελαγχολείς.

Πέντε είναι τα στάδια, άσε να στα πω εγώ…

α) Άρνηση     β) Θυμός     γ) Διαπραγμάτευση     δ) Κατάθλιψη     ε) Αποδοχή

Σαν να χρωστάμε ένα στο χρόνο, δε νομίζεις?

Ένας ευτυχισμένος άνθρωπος

2.08. Σιωπή.

«Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα». Πάνσοφος ελληνικός λαός.

Δεν πάνε πολλά χρόνια που οι νότες κρατούσαν ακόμα αυτή την κρυφή ιδιότητά τους, να σχηματίζουν ένα μυστικό χαλί και να σε ταξιδεύουν πάνω σε αυτό σε όμορφους τόπους, απάτητους και νέους.

Θυμάσαι το χαμόγελό του? Σε κοιτούσε καθώς ανασηκωνόταν λίγο από το κρεβάτι του πόνου και σε καμάρωνε. Κι έπειτα, στο είπε κιόλας. «Το χαμόγελό σου, αυτό το χαμόγελο θέλω να βλέπω μέχρι να πεθάνω…». Και πέθανε, όχι πολύ μετά.

Βάζεις ποτό, βάζεις και σκέψεις. Και τα πίνεις όλα μαζί, με λίγο πάγο. Πιο πολύ  πάγος για τις σκέψεις.

Πότε τελειώνει ένας κύκλος? Ποιος το ορίζει? Υπάρχει κάποιο μοιρογνωμόνιο της ζωής που το καθορίζει ή απλά το τέλος κάποια στιγμή συναντά την αρχή κι εσύ απλά κουνάς συγκαταβατικά το κεφάλι και το χέρι σου κάνει τη γνωστή κίνηση προς το πόμολο?

Ο έξυπνος μαθαίνει απ’ τα λάθη του. Εσύ να μαθαίνεις από τα λάθη των έξυπνων.

«Ρούμι σκέτο, ξέρεις, πίνουν μόνον οι πειρατές!» Υπέροχη σαλεμένη γνώση, προϊόν επαρχίας και ανοησίας σε ένα μείγμα ψευτοανάλυσης και υπεροψίας.

«Αλήθεια λες? Δεν το ήξερα!».

Έχει όραμα η φυγή? Έχουν σκοπό τα όνειρα?

‘Αν βρεις αγάπη, αγάπη μου ποτέ σου να μη φύγεις’. Είναι πολύτιμη, Δυσεύρετη. Και τόσο απλή όσο πολύπλοκη.

Γενικά είμαι ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Έχω τόσα πολλά να θυμάμαι που απλά θέλω να τα ξεχάσω όλα. Αλλά ακόμα και να μπορούσα να το κάνω αυτό, μόλις το κατάφερνα δεν θα ήξερα αν πραγματικά το ήθελα ή ήταν απλά ένα καπρίτσιο του μυαλού, μια στιγμιαία παλινωδία ή ένα μικρό κέντρισμα του υποσυνείδητου φόβου μου για τον ίδιο τον εαυτό μου.

Τι σου έμεινε, έχεις αναλογιστεί? Λίγο ΕΣΥ και λίγο ΕΓΩ. Αν είσαι εσύ εντάξει, να ξέρεις φίλε, είμαι κι εγώ. Κι αν κάποτε με χρειαστείς, πάλι εδώ θα είμαι.

Α! Δεν στό’ πα! Ο αέρας έξω λυσομανά (αν το ξέρεις κι εσύ αυτό το ρήμα). Εσύ?

2.28. Σιωπή.