Archive | Ιουλίου 2010

Ακόμα παιδί

Και ξάφνου, είσαι ενήλικας!

Όλοι σου συμπεριφέρονται σαν να είσαι μεγάλος. Σου μιλούν στον πληθυντικό. Κοντοστέκονται όταν περνάς. Σου δίνουν το χέρι όπου πας. Σου αποδίδουν έναν σεβασμό που ποτέ δεν τους ζήτησες, ούτε και πάλεψες ποτέ για να τον αποκτήσεις. Και φυσικά… αγνοούν το σημαντικότερο. Το παιδί που κρύβεις μέσα σου!

Αυτό το παιδί που ακόμα μαζεύει λουλούδια, κάπου σε ένα λιβάδι με παπαρούνες, χαμένο στην ομορφιά που ξετυλίγεται μπρος στα μάτια του, μεθυσμένο από τα αρώματα της ημέρας, τον ήλιο που φέγγει στα μεγάλα, όμορφα μάτια του.

Αυτό το παιδί που ξεπροβάλλει δειλά δειλά μετά από τη μπόρα, φοβισμένο από τις βροντές, για να παίξει με τις λάσπες και να μαζέψει όλα τα σαλιγκάρια στο ίδιο τετραγωνάκι του πεζοδρομίου.

Το ίδιο αυτό παιδί που πρωτοαντίκρυσε, αγνό ακόμα, το δικό του μαγισσάκι. Κι έτσι απλά, χωρίς πολύ πολύ σκέψη, το ερωτεύτηκε! Γιατί ήταν ακόμα παιδί.

Χρόνια πολλά μετά, ο Μάης δεν μυρίζει το ίδιο. Το κόκκινο στις παπαρούνες ξεθώριασε. Τα μάτια κοιτάνε αλλιώς. Η ψυχή κοιτάει αλλιώς. Η καρδιά όμως αρνείται την υποταγή.

Είναι κάπου εκεί έξω!

Σαν αγγελάκι , που ξέφυγε από τον παράδεισο, με  τα χρυσά του μπουκλάκια πλεγμένα στεφάνι.

Σαν γλυκιά μουσική, που σιγοντάρει το σκάσιμο του κύματος στην αμμουδιά, σε ένα μικρό νησάκι, στο πουθενά του αιγαίου.

Σαν κεράκι που σιγοκαίει και λιγώνεται, μέρα τη μέρα, νύχτα τη νύχτα, στιγμή τη στιγμή, φωτίζοντας μια σπίθα το μικρό εκκλησάκι στην κορυφή του βουνού.

Είναι εκεί και σε περιμένει! Να το ζητήσεις. Να το αναζητήσεις. Να το ερωτευτείς και πάλι.

Στο μπλε των πέρα θαλασσών…

Στο λευκό των κρίνων…

Και στο πράσινο των ματιών που κλαίνε δίχως δάκρυ.

Γιατί είναι ακόμα παιδί.

Όνειρα δέσμια

Τίποτα δεν μπορεί να κρατήσει ένα όνειρο, δέσμιο στη χούφτα σου, τόσο σφιχτά, όσο η συνήθειά σου να το κοιτάς διαρκώς και να το εκλογικεύεις. Και τίποτα από την άλλη δεν μπορεί να απογοητεύσει περισσότερο έναν νέο άνθρωπο σήμερα, από την ιδέα ότι δεν πρόκειται ποτέ να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα.

Αν όλα αυτά που σκεφτόσουν μπορούσες να τα κάνεις αυτόματα κτήμα σου, τότε τα όνειρα θα ήταν βραχύβια και το ενδιαφέρον μειωμένο. Αν πάλι η πιθανότητα υλοποίησής τους ήταν ελάχιστη, το αποτέλεσμα θα ήταν ακριβώς το ίδιο. «Μέτρον άριστον» σε όλα λοιπόν! Κανένα μέτρο όμως στους πόθους μας, μέρος της ανθρώπινής μας φύσης!

Διαρκής ο αγώνας της αυτοσυντήρησης. Ανάγκες, επιθυμίες και φιλοδοξίες μπερδεύονται σε ένα ακατάπαυστο κυνήγι «ευτυχίας».

Κι αν η ευτυχία είναι το ίδιο το κυνήγι, τι μας πληγώνει τόσο κατά τη διάρκεια?

Τα κλειστά παντζούρια, που πέφτει πάνω τους το νερό της βροχής με ορμή?

Τα παιδιά που κλαίνε για να πάνε βόλτα ΚΑΙ σήμερα?

Ο ήχος του κύματος που σκάει με μανία στα βράχια, με δύναμη ζωώδη κι ελεύθερο σαν πουλί…

Αν η δυστυχία επικεντρώνεται στον ευσεβή πόθο, τι μας πληγώνει τόσο στην έλλειψη?

Το φως που πέφτει πάνω στον καθρέφτη, τις μοναχικές καλοκαιρινές νύχτες?

Η σκέψη πως τα αγκάθια της ψυχής είναι παντοτινά?

Το γέλιο που κρύβεται πίσω από ανθρωπόμορφες σοβαροφάνειες…

Και αν το κρίμα στην ψυχή σβήνεται αλλά δεν χάνεται, τι μας κρατά ακόμα στη ζωή?

Το δροσερό χαμόγελο μιας μικρής πριγκήπισσας?

Το χέρι στην πλάτη, χτύπημα συμπαράστασης ενός αδερφικού φίλου?

Η συναίσθηση πως όσα και να έρθουν στο δρόμο σου, αποκλείεται να σε πληγώσουν τόσο όσο σε πλήγωσαν όσα πέρασαν. Μπορούν να σε πληγώσουν ΜΟΝΟΝ περισσότερο…


Τα λόγια που λυγάνε

– Φεύγεις?

– Φεύγω!

– Να προσέχεις!

– …

Πόσες φορές αλήθεια έχουμε κάνει ή έχουμε ακούσει αυτό το διάλογο? Ένας διάλογος, μια ζωή.

Κόσμος που πάει κι έρχεται. Κόσμος που περιπλανιέται άσκοπα.

Αισθήματα που αλλάζουν από στιγμή σε στιγμή. Αισθήματα που περιπλανώνται τριγύρω σκόπιμα.

Σαν βρεγμένα φύλλα στη βροχή, οι άνθρωποι στάζουν αγάπη στην καταιγίδα, και στερεύουν, σφίγγονται και μαραίνονται όταν ένας υπέροχος ήλιος φωτίζει τα πάντα γύρω τους. Γελάνε για να μην δείξουν πόσο λυπούνται. Και κλαίνε όταν όλα πάνε καλά στη ζωή τους, αναλογιζόμενοι πόσο καλύτερα θα μπορούσαν να είναι. Μιλάνε μόνο και μόνο για να διαλύσουν τη σιωπή από τη ζωή τους, σαν να’ ταν αυτή το αληθινό τους πρόβλημα. Και τότε που πρέπει να δώσουν εξηγήσεις, σιωπούν λες και θα κάνουν σύμμαχό τους την καλύτερη φίλη του θανάτου.

Όλη η ζωή είναι μια ακροβασία στο σχοινί της νιότης. Μόλις πέσεις από αυτό, όποιος και αν σε έχει σπρώξει, χάνεις ό,τι είχες και χάνεσαι. Αρχίζεις τους συμβιβασμούς, τις ηθικολογίες και τα ανούσια δράματα. Γερνάς…

Η ισορροπία σου είναι η ευτυχία σου. Stay cool, keep cool!

Πόσες φορές δεν προσπάθησες να ξεφύγεις από το τώρα και να μεταφερθείς κάπου αλλού? Πόσες νύχτες δεν σκέφτηκες να περιπλανηθείς σε παλιά μονοπάτια που φώτισε μέσα στο μυαλό σου η φυγή των άλλων? Και πόσες μέρες δεν θέλησες να πάρεις τη σχεδία της ζωής και να ταξιδέψεις, όχι μακριά… να! κάπου εδώ γύρω! Να ξεφύγεις λίγο από τα ίδια και τα ίδια, αλλά όχι πολύ μακριά.

Μην σε πάρει το κύμα και δεν μπορέσεις να γυρίσεις εκεί που πραγματικά αγαπάς, εκεί που πραγματικά έζησες. Μην σε μαγέψουν οι σειρήνες του φθαρτού και σου στερήσουν το αιώνιο και το αγνό. Μην πέσεις για κανένα λόγο από το σκοινί της νιότης σου και γεράσεις…

Πόσες ώρες δεν σπατάλησες κι εσύ σκεφτόμενος όλα αυτά? Πόσες άδειες ώρες που τις γέμισες με σκέψεις και λόγια που λυγάνε? Μέχρι που ένιωσες!

Ένιωσες την τάση. Ένιωσες τη δύναμη. Ένιωσες την ανάγκη. Ένιωσες τη φυγή. Ένιωσες την ψυχή σου να φτερουγίζει και να πετά. Να ζει και να ξεψυχά. Να ματώνει και να γελά. Να φτάνει στα όριά της. Την είδες να πλησιάζει τις σειρήνες και να μην φοβάται. Να βλέπει το κύμα και να γελάει. Να χάνει το σκοινί και να μην νοιάζεται. Να περιπλανιέται και να παραπλανιέται.

Τώρα πλέον δεν σε νοιάζει. Νίκησες!

Νίκησες τη φθορά. Νίκησες το χρόνο. Νίκησες τον ίδιο σου τον εαυτό. Τουλάχιστον ανέβηκες στη σχεδία. Νίκησες…

Στιγμές μελωδίας, εποχές ευτυχίας

Είναι μερικές φορές τελείως αδύνατο να κατανοήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο επιδρά η μουσική στον ψυχισμό ενός ανθρώπου. Διάφορα όμορφα ή άσχημα γεγονότα συμβαίνουν στη ζωή μας, και ΠΑΝΤΑ κάθε ένα από αυτά στιγματίζεται με μια μελωδία. Ή με έναν συγκεκριμένο ρυθμό! Ή με μια αρμονία στην ψυχή και στο αυτί. Ή με έναν ήχο σε τελική ανάλυση, που μάς θυμίζει και θα μάς θυμίζει για μια ζωή κάτι που ζήσαμε τόσο έντονα.

Κάθε μη λογική αποτύπωση του νου είναι δεμένη με νότες, γραμμένες στο πεντάγραμμο της καρδιάς. Και κάθε εκλογίκευση φέρει το στίγμα της αδράνειας, της ακινησίας και της σιωπής.

Πέρα όμως από είδη, προτιμήσεις και μουσικά στερεότυπα, υπάρχει στο δίπολο μελωδίας-ψυχής, ένα απαράβατο αξίωμα για όλους εμάς. Η διασύνδεση αυτή απλά γίνεται! Δεν μάς ρωτά ποτέ! Μόνες τους οι όμορφες μελωδίες, είτε είναι λυπηρές είτε χαρούμενες, πάνε και προσκρούουν στο τύμπανο του αυτιού και, χωρίς κανένας ανατόμος να το έχει ποτέ καταγράψει, δονούν τα ίδια τα αισθήματα που γεννιούνται στο άκουσμα. Και όταν τα αισθήματα δονούνται, όταν η ίδια η ψυχή μας δονείται, αυτομάτως γεννιέται η ΣΤΙΓΜΗ.

Και όπως όλοι ξέρετε, η ζωή δεν είναι διάρκεια. Είναι στιγμές. Όσες περισσότερες στιγμές μπορείς να ξεκλέψεις στο λίγο χρόνο που έχεις πάνω στον πλανήτη τούτο, τόσο πιο γεμάτος νιώθεις μέσα σου. Κι όσο πιο πολλά νιώσεις σε αυτή τη ζωή, τόσο περισσότερες νότες θα πηγαινοέρχονται μέσα στη σκέψη σου, να στολίζουν σαν παιχνιδιάρικες, πολύχρωμες πεταλουδίτσες κάθε όμορφο που συναντάς στο πέρασμα του χρόνου. Να φωτίζουν σαν πρωινές ηλιαχτίδες κάθε άνθρωπο που μοιράζεσαι στιγμές μαζί του. Και να σμιλεύουν πόντο πόντο την ψυχή σου, σπρώχνοντάς σε κάθε μέρα σε κάτι καλύτερο, κάτι ομορφότερο, κάτι περισσότερο αληθινό.

Κι εδώ θα σας πω ένα μικρό μυστικό!

Υπάρχουν κάποιες μελωδίες που δεν ομορφαίνουν τις στιγμές που αγαπάμε. Δεν φωτίζουν μια όψη της ευτυχίας μας. Δεν χρωματίζουν ένα μονοπάτι στο όνειρό μας. Δεν μάς ψιθυρίζουν ένα κρύο καλοκαιρινό βραδάκι στο αυτί.

Και τότε τι κάνουν? Ομορφαίνουν ολόκληρες περιόδους της ζωής μας! Φωτίζουν το Ε τη Ευτυχίας μας. Ψιθυρίζουν κάθε καλοκαιρινό βράδυ στο αυτί μας. Σιγοντάρουν στα τραγούδια που τραγουδάμε μόνοι μας, περπατώντας σε ένα στενό δρομάκι. Χαρακτηρίζουν μια ολόκληρη ηλικία μας….

Αυτές τις μελωδίες, αυτά τα τραγούδια, έχω έναν τρόπο να τα αποκαλώ, τελείως προσωπικό. Τα αποκαλώ «ατμοσφαιρικά» τραγούδια. Γιατί έχουν κάτι το ξεχωριστό. Γιατί δημιουργούν από μόνα τους την ατμόσφαιρα. Γιατί πριν σκεφτεί ο DJ να τα βάλει έχεις μια ελαφρά ταχυκαρδία. Γιατί τα ακούς αχνά σε ένα μαγαζί και τα καταλαβαίνεις από τις πρώτες δύο νότες. Και γιατί μόλις σε πάρουν στα μελωδικά τους φτερά, χάνεσαι από την παρέα σου, από την καρέκλα σου, από τη φυσική σου θέση. Γίνεσαι ένα με τον άνεμο, εξαϋλώνεσαι, έτσι ακίνητος όπως είσαι για τους άλλους, και ταξιδεύεις σε ΟΛΕΣ εκείνες τις στιγμές, σε εκείνη την υπέροχη ΕΠΟΧΗ των αναμνήσεων, των ζωντανών κυττάρων της ψυχής σου, όπου τα πάντα είναι αληθινά. Και θυμάσαι πόσο πολύ σου έλειψε αυτό το συναίσθημα, αυτή η αληθινή λήθη. Και αναρωτιέσαι…

«Όλες αυτές τις νύχτες που μου έλειπες, όλες αυτές τις ατέλειωτες νύχτες,

όλες τις φορές που σε φώναξα, ψάχνοντας απλώς έναν φίλο…

Τώρα τα μάτια σου λάμπουν με την ομορφιά,

αυτή που έχασα, πολύ καιρό πριν.

Μαντεύω πως είναι αλήθεια ότι «Σ’ αγαπώ!»

Δεν μπορώ να  πω όμως περισσότερα.»

Και χάνεσαι ξανά και ξανά στη μελωδική σου λήθη…

Unique like everyone!

Όλα τα blogs δεν είναι ίδια! Ούτε και όλα τα ποσταρίσματα σε ένα blog μπορεί ποτέ να είναι τα ίδια. Παρόμοια όμως ναι. Κάπου όμως βαθιά μέσα μας, χρόνο με το χρόνο, pixel με το pixel έχουμε φτάσει σε ένα σημείο να ξέρουμε από πριν, τι θα διαβάσουμε περίπου σε μια σελίδα. Όση ώρα «φορτώνει» η κλασσική (για τους κλασσικούς) κλεψύδρα των Windows,  εμείς έχουμε ήδη σχηματίσει μια γνώμη για το τι περιμένουμε να δούμε. Ακόμα και αν έχουμε μια πολύ απλή σελίδα, που φορτώνει απευθείας, ακόμα κι εκεί… χα! πόσο μάλλον εκεί, ΞΕΡΟΥΜΕ αυτό που θα αντικρύσοιυμε εκ των προτέρων.

Όχι! Όλα τα blogs δεν είναι ίδια. Καθένα έχει κάτι να πει και καθένα έχει τη σωστή ώρα ΤΟΥ για να το ανοίξεις.

Όμως και όλες οι ώρες δεν είναι ίδιες! Όχι φυσικά. Ακόμα και μέσα στο 24ωρο, αυτές που έχουν ίδιο νουμεράκι, μάς αρέσει να τις λέμε με την κατάληξη πρωί ή βράδυ ή απόγευμα. Και συνήθως μάς αρέσει και να τις διαβάζουμε κάπως έτσι. Τις μικρές μικρές, π.χ. 3 το πρωί, και τις μεγάλες… μεγάλες! 19:00!

Όλες οι ώρες δεν είναι ίδιες. Αλίμονο σε όποιον το πιστέψει ποτέ αυτό!

Και φυσικά και όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι! Για την ακρίβεια, κανείς δεν είναι απόλυτα ίδιος με κάποιον άλλον. Όλοι όμως κρύβουμε μέσα μας κομμάτια ίδια ή παρόμοια με έναν συνάνθρωπό μας. Κομμάτια που μοιραστήκαμε από κοινού στο διάβα της ζωής μας.

Κομμάτια DNA! Κομμάτια μνήμης. Κομμάτια αγάπης. Κομμάτια μίσους.

Και κομμάτια μίσους που έγιναν αγάπη, με λίγα ml δάκρυ!

Τι κι αν ποτέ δεν ενώθηκε το DNA των κυττάρων μας? Ενώθηκε το DNA της ψυχής μας και αυτό μετρά απείρως περισσότερο. Ενώθηκε και μας έδωσε κομμάτια…

Κομμάτια μνήμης, σαν παγάκια που έλιωσαν σε ένα χαμηλό ποτήρι με λίγο ποτό.

Κομμάτια αγάπης, σαν κομμάτια σοκολάτας φράουλα που σπάζει στα δύο και αλλάζει χέρι με χέρι, αργά και ηδονικά μέχρι να φτάσει στο στόμα.

Κομμάτια μίσους, σαν κλειστά παράθυρα, στο σπίτι που γυρνάς απ’ τη δουλειά, στις 5 το απόγευμα.

Και κομμάτια μίσους που έγινε αγάπη, παραπατώντας από τα ψηλά της μνήμης και πέφτοντας ΜΠΡΟΣ στα ορθάνοιχτα μάτια μιας ζωγραφισμένης πραγματικότητας, μιας αγκαλιάς που δεν γεμίζει με τίποτα άλλο από αυτό που μπορεί ακόμα να γεμίζει το νου σου.

Κομμάτια και κομμάτια από κομμάτια!

Αν βάλεις ένα γυμνό μοντέλο στο κέντρο ενός μεγάλου δωματίου και δέκα ικανούς και ταλαντούχους ζωγράφους τριγύρω να το ζωγραφίσουν, στο τέλος θα έχεις 10 τελείως διαφορετικούς πίνακες που δεν θα μοιάζουν σε τίποτα μεταξύ τους. Οι σημαντικότερες διαφορές τους όμως δεν θα είναι στην οπτική που είχε ο κάθε ζωγράφος από τη θέση του. Θα είναι στα ΧΡΩΜΑΤΑ που χρησιμοποίησε! Γιατί την οπτική του τη χρεώνει στη φαντασία του. Το χρώμα όμως που παίρνει ο ζωγράφος, το δανείζεται από την παλέτα του αλλά το χρεώνει στην ψυχή του.

Έτσι και καθένας από εμάς. Ζωγραφίζει τη ζωή του με τις απαλότερες και ευγενέστερες αποχρώσεις της ψυχής του. Με όποια χρώματα επιλέξει να ζήσει.

Έτσι κι εσύ. Ανοίγεις τα παράθυρα μόλις γυρνάς από τη δουλειά σου στο σπίτι. Αγοράζεις που και που σοκολάτα φράουλα. Γεμίζεις με πάγο το ποτήρι σου, αν δεις ότι τελειώνει.

Κάποιες φορές σκέφτεσαι πόσο χρυσαφί πρέπει να βάλεις στη ζωγραφιά σου.

Και, καμιά φορά, σκέφτεσαι πόσο μοναδικός πραγματικά άνθρωπος είσαι!

Μοναδικός όπως ΟΛΟΙ!

Ολόλευκα χαμόγελα

Είναι πάγια τακτική μου, χρόνια τώρα, να κρίνω τους ανθρώπους με βάση αυτό που βλέπω με την πρώτη, άντε τη δεύτερη ματιά. Και νομίζω φυσικά πως δεν είμαι και ο μόνος! Και νομίζω ακόμα πως δεν έχω πέσει και πάρα πολλές φορές έξω στη γνώμη που σχηματίζω για αυτούς. Το κλασσικό «what you see is what you get», πολλές φορές αποδεικνύεται όσο απλό ακούγεται. Μία μόνο φορά έπεσα έξω στην κρίση μου, πριν πολλά χρόνια για να είμαι ειλικρινής, και από τότε φέρνω αυτή την περίπτωση ξανά και ξανά στο μυαλό μου, έτσι ώστε να μην βγάζω πλέον βιαστικά συμπεράσματα για τους ανθρώπους.

Τους ανθρώπους που περνάνε, σουλατσάρουν στα μονοπάτια της καρδιάς μας, «κοροϊδεύουν», μπαινοβγαίνουν για λίγο στη ζωή μας με μια χαρακτηριστική ευκολία. Μας απασχολούν άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο. Είτε μπαίνουν απρόσκλητοι και μάς βάζουν σε άσχημους μπελάδες, είτε μάς σαγηνεύουν και μάς βάζουν να ξενυχτάμε αγκαλιά με τις σκέψεις μας. Όπως και να’ χει, μάς προβληματίζουν.

Κάποιοι από αυτούς «μάς κάνουν». Ταιριάζουν τα χνώτα μας. Είναι κοντά σε μας. Άλλοι πάλι μάς είναι τελείως αδιάφοροι. Είτε μείνουν στη ζωή μας είτε όχι, από οποιοδήποτε πόστο κι αν το κάνουν, απλά δεν υπάρχουν. Και κάποιοι άλλοι μάς βγάζουν ή τους βγάζουμε από τη ζωή μας γιατί ολοφάνερα «δεν υπάρχει χημεία» μεταξύ μας.

Α! Ξέχασα! Υπάρχει και μια άλλη κατηγορία ανθρώπων. Αυτοί με τα ολόλευκα χαμόγελα.

Αυτοί λοιπόν φίλοι μου δεν είναι για μας. Έρχονται να γελάσουν μαζί μας. Μάς πετάνε ένα κομμάτι ευτυχία και μάς δανείζουν λίγο χρόνο από το χρόνο τους. Όχι! Δεν προσποιούνται! Αυτό που κάνουν το νιώθουν. Είναι οι άνθρωποι με τα ολόλευκα χαμόγελα. Με τις ολόλευκες, χαμογελαστές ψυχές.

Εσείς το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να καθίσετε αναπαυτικά στο συναισθηματικό σας καναπέ και να απολαύσετε την παρουσία τους. Θα έρθουν, θα σάς γεμίσουν χρώματα, χαρά, ελπίδα, αγάπη, ηδονή. Θα σάς κάνουν να πιστέψετε. Θα σάς μαγέψουν. Θα σάς αποπλανήσουν. Θα σάς απομονώσουν. Και μόλις βουτηχτείτε στην «ψευδαίσθηση» του ΕΡΩΤΑ, θα εξαφανιστούν από τη ζωή σας με τον ίδιο, ακριβώς, τρόπο που μπήκανε σε αυτή. Και φεύγοντας, δεν θα γυρίσουν να σάς χαρίσουν ούτε ένα, από εκείνα τα υπέροχα, ολόλευκα χαμόγελά τους…

Η αθωότητα που αφήσαμε

Θυμάμαι συχνά πυκνά κάτι νύχτες από τα παιδικά μας χρόνια, φωτεινές και ευωδιαστές, σαν ανθισμένη πασχαλιά! Ήταν πολλά χρόνια πριν, τότε που όλα είχαν τη δική τους, μικρή ή μεγάλη, πραγματική όμως αξία. Καθετί που ερχόταν στη ζωή ήταν νέο. Περνούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα μπροστά από τα έκπληκτα μάτια μας και κατέληγε στη μεγάλη βιβλιοθήκη της μνήμης. Όλη η λαχτάρα για το καινούργιο, όλη η λάμψη που αυτό έκρυβε, έκαναν τη ζωή να μοιάζει παραμυθένια και τα όνειρα, πιο αληθινά από ποτέ.

Θυμάμαι κάτι νύχτες, που δεν τελείωναν ποτέ μέσα μας. Ξημέρωνε, και την ομορφιά της Ανατολής, τη σκέπαζε ολάκερη η ανάμνηση της καταπληκτικής νύχτας που προηγήθηκε. Ήταν τότε που πίστευα πως ο χρόνος, φίλος τότε, εχθρός πάντα, κάθε μία νύχτα, με βάση έναν δικό μας, έναν μεταξύ μας συμβιβασμό που είχε -κυρίως αυτός- αποδεχτεί, σταματούσε! Και έτσι, εκείνες οι νύχτες ήταν ατέλειωτες. Δεν έμοιαζαν ατελείωτες! Ήταν!

Θυμάμαι ακόμα σαν σήμερα, κάτι νύχτες, καθισμένος σε ένα παγκάκι, με ανοιχτά τα χέρια, έτσι σαν να’ θελα να αγκαλιάσω τον κόσμο ολάκερο. Χωρίς καν να σηκωθώ, να νιώθω τον ηλεκτρισμό, αυτόν που η σιωπή της νύχτας μόνο ξέρει να διοχετεύει, να διαπερνά κάθε σπιθαμή αέρα που ανέπνεα. Και ακουμπισμένος εκεί, σ’ αυτό τον καταπέλτη ονείρων, να αγαπώ ό,τι ζω και να ζω με ό,τι αγαπώ.

Θυμάμαι τις νύχτες αυτές, κάτι κατάφωτες νύχτες, στολισμένες με ΜΟΝΟ φως αυτό του φεγγαριού. Πλημμυρισμένες από το αίσθημα μιας ακαθόριστης ολοκλήρωσης, μιας αγάπης που σε κατακυριεύει. Και μεθυσμένες από το άρωμα των ομορφότερων λουλουδιών στη ζωή μας, των λουλουδιών της νιότης μας.

Θυμάμαι τις νύχτες αυτές καθώς και τόσες και άλλες τόσες νύχτες. Έρημες πια, αφημένες πίσω. Πίσω στην αθωότητα που αφήσαμε. Και πίσω, πολύ πίσω, εκεί, σε όνειρα που χάθηκαν στο διάβα τη ζωής.