Archive | Αύγουστος 2010

Ασκήσεις θυμικού

«Η ζωή είναι μια αρρώστια που μεταβιβάζεται κληρονομικά», έλεγε ένα παλιότερο σόφισμα. Κανείς δεν θα ήθελε να πιστεύει ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί από οτιδήποτε τον καταδυναστεύει. Είναι όμως ποτέ δυνατόν να σε καταδυναστεύει η ίδια η ύπαρξή σου? Είναι…

Κάνε μια έκπληξη στον εαυτό σου! Ζήσε τον πόνο σου με αξιοπρέπεια. Ζήσε τη ζωή σου στο σύνολό της. Ζήσε την απλά. Ρούφηξε κάθε χαρά και κάθε λύπη που σε ποτίζει, γουλιά γουλιά. Φίλα τα χείλη που έρχονται να σε καλημερίσουν τα πρωινά της μοναξιάς. Άγγιξε τα χέρια που σε αγκάλιασαν τα ψυχρά βράδια του Σεπτέμβρη. Σκούπισε τα κίτρινα δάκρυα της βουβαμάρας και γέμισε το δωμάτιό σου τραγούδια, ζωντανά σαν ψέμα.

Θα ήθελες να ήταν κάποιος άλλος εδώ. Στη θέση αυτή. Ακριβώς στη θέση αυτή! Και δεν το σκέφτεσαι εγωιστικά. Όχι! Το κάθε άλλο. Αντιθέτως το βλέπεις τελείως ανθρώπινα. Σε αυτή εδώ την άχαρη θέση. Να δει το αληθινό πρόσωπο του πόνου. Του ζωντανού, καθημερινού πόνου.

Και τώρα γέλα! Ξέχνα τι θα ήθελες και γέλα! Γέλα δυνατά σαν τριών χρονών παιδί στο λουνα παρκ. Θυμίσου δύο υπέροχα, ντροπαλά μάτια και γέλα. Έτσι απλά… γέλα!

Φωτογράφισε τη στιγμή αυτή και κλείσε την στην προσευχή σου για πάντα. Αυτή η στιγμή κλείνει όλο το συναίσθημα του κόσμου. Όλη την αγάπη του κόσμου. Μην την αφήσεις απλά να φύγει, να προσπεράσει. Μόνον έτσι θα σωθεί στη μνήμη σου με αυτό που είναι και αυτά που κρύβει. Το μεγαλείο της ομορφιάς της είναι η δυνατότητα ανάλυσης των ματιών σου.

«Εικόνες εύηχες» θα έρθουν και θα περάσουν από τη ζωή σου. Όμορφοι άνθρωποι. Νησιά με ειδυλλιακά καλοκαίρια. Κόκκινο κρασί δίπλα στο τζάκι. Καλή παρέα, έξυπνοι διάλογοι. Έρωτες. Όχι όμως αγάπη…

Αγάπη! Αυτή η στιγμή είναι αγάπη. Κλείδωσέ την στην ψυχή σου. Ξαναπές την στην προσευχή σου. Κάνε την αθάνατη! Γέλα!

Και έπειτα τι? Τι προβλέπει για σένα η ζωή αυτή? Έχεις μήπως επιλογές? Πλάνο Β? Τρόπους διαφυγής? Κάποιος θα πρέπει να έχει προβλέψει και για σένα. Να εύχεσαι! Κι όμως…

Πάρε αυτή την άχρηστη ζωή που ζεις και ζήσε την! Και μη ρωτάς πολλά. Έπαιξες κι έχασες!

Μα είναι μεγάλη ευλογία να έχεις γνωρίσει την αληθινή αγάπη. Και ακόμα μεγαλύτερη να σε έχει γνωρίσει αυτή. Δεν σε ξεχνάει ποτέ. Έρχεται και ξαναέρχεται στη σκέψη σου με την ίδια συχνότητα που αναπνέεις, με την ίδια επιτακτικότητα που σκέφτεσαι. Κι αν μπορείς να ξεφύγεις, έχεις φτάσει στα όριά σου, το δίχως άλλο!

Τέρμα οι τελειότητες, τέρμα οι γελοιότητες. Κράτα τους φόβους σου μικρούς. Ζήσε την καλύτερη δυνατή ζωή που μπορείς. Μην λες μεγάλα λόγια. Έλα στα «κυβικά» σου. Δεν είσαι ποτέ αυτό που ονειρεύτηκες. Είσαι αυτό που έζησες.

– Μα κάποτε μου έλεγες πως οι άνθρωποι είναι αυτό που ονειρεύονται. Ξέχασες?

– Εσύ ξέχασες!

Advertisements

Όλα όσα αγαπάς

Βυθίζεσαι. Κι όσο πιο πολύ βυθίζεσαι τόσο περισσότερο μού μοιάζεις. Ξέχασες τις μέρες που το χαμόγελό σου γέμιζε κάθε γωνιά της κουρασμένης μου ψυχής. Έτσι απλά ξέχασες! Και δεν ξέρω πως το κατάφερες…

Το ηλιοβασίλεμα, αν καθόσουν στο πίσω δωμάτιο, φως δεν έμπαινε από πουθενά. Εκείνη την άγια ώρα όλο το φως του κόσμου, άνοιγε το μυαλό σου και έμπαινε στο υποσυνείδητό σου. Κρυβόσουν στα μέρη της μοναξιάς. Τίποτα δεν άξιζε περισσότερο από ένα καλό κείμενο. Τίποτα δεν σε μάγευε πιο πολύ από δυο αγκαλιασμένες νότες. Όλα ήταν φως. Όλα ήταν μέσα στο μυαλό αυτό το πολυσύνθετο. Όλα πήγαιναν πέρα δώθε, σαν το παλιό εκείνο εκκρεμές στο χολ του πατρικού σου σπιτιού.

Είχες άλλα μάτια γι’ αυτόν τον κόσμο. Άλλαζαν. Έβλεπαν τα πάντα από μια δική τους γωνιά. Προχωρούσαν μαζί με τον κόσμο αυτό, σαν να ήθελαν να τον αλλάξουν για πάντα. Να τον ξαναγεννήσουν δικό σου, έστω και στα ρηχά, δίχως λάμψη, δίχως αξία. Και μια μέρα, σίγουρα θα το κατάφερναν.

Ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες, τη νύχτα που άνοιξες την πόρτα. Τίποτα δεν έφεγγε μέχρι τότε στην καταχνιά του κόσμου σου. Τι τάχα να είχε συμβεί? Είχες κουραστεί πολύ? Είχες φοβηθεί πολύ? Είχες αγαπήσει πολύ?

Τα δυο σου μάτια έλαμπαν στο μισοσκόταδο. Αυτή τη φορά όμως είχαν μια άλλη λάμψη. Παράξενη. Που πήγαν τα όνειρα? Ποιος άνεμος φύσηξε και πήρε από πάνω τους όλη την ασημόσκονη? Πως θα πιάσεις το πόμολο, με τί δύναμη?

Έντυσες το λεπτοκαμωμένο κορμί σου με ρούχα. Φόρεσες και στην ψυχή σου την πλάνη, την κάλυψες ολάκερη. Και οπλίστηκες με βία.

Κοντοστάθηκες για λίγο πριν την έξοδο, σαν να μετρούσες μνήμες, σαν να ξόρκιζες το χρόνο. Δεν μπήκες καν στον κόπο να γυρίσεις το βλέμμα. Ακούμπησες το πόμολο. Βρήκες όλη τη δύναμη που ήθελες μέσα σου. Έτρεξες νοερά προς τη φυγή, με μια σιγουριά που ξάφνιασε και σένα την ίδια, σαν νά’ σουν από πάντα γεννημένη γ’ αυτό .

Κι ύστερα άνοιξες την πόρτα, κι έτσι απλά, ΕΦΥΓΕΣ.

Ήταν μια νύχτα σαν όλες τις άλλες, τη νύχτα που άνοιξες την πόρτα.

Είχες αγαπηθεί πολύ.

Φυγή απ’ τη φυγή

Μια μικρή στιγμή μονάχα χωρίζει την ευτυχία από το ψέμα. Μια μικρή, μα τόσο σπουδαία στιγμή. Το βλέμμα προσηλώνεται για λίγο στο άπειρο και οι νευρώνες του εγκεφάλου κάνουν μία τελευταία παλίνδρομη ταλάντωση, σαν ένα ηλεκτρομαγνητικό στεφάνι σκέψεων που γυρίζει με ταχύτητα γύρω από το θόλο του κρανίου, μια ρουλέτα που περιστρέφεται περιμένοντας τη μπίλια να κάτσει κάπου.

Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι σίγουρα προϊόν τύχης! Σίγουρα όχι. Είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Η τύχη πρακτικά δεν υπάρχει. Είναι η δική μας αδυναμία να προβλέψουμε, χωρίς στατιστικά σημαντικό κίνδυνο λάθους, ένα ενδεχόμενο. Η τύχη όμως, όπως την ξέρουμε και θέλουμε να την μετερχόμαστε, είναι το τελευταίο αποκούμπι των αδυνάμων και η απατηλή ελπίδα όσων στο σχολείο έβλεπαν μαθηματικά και άλλαζαν δρόμο. Και ποιος αληθινά τη θέλει μια τέτοια τύχη?

Ένας διακριτικός αναγνώστης θα αναρωτιόταν αυτόματα «και γιατί η ευτυχία να αντιδιαστέλλεται απαραίτητα από το ψέμα»?

Μα… κανείς δεν ισχυρίστηκε κάτι τέτοιο! Υπάρχει και ευτυχία που στηρίζεται στο ψέμα. Την βλέπουμε καθημερινά εξάλλου όλοι μας. Στα παχυλά πουρμπουάρ των εστιατορίων που πάνε οι νεόπλουτοι. Στα παραγεμισμένα καλάθια των προϊόντων αισθητικής και καλλυντικών, στα γνωστά καταστήματα ομορφιάς. Και στις φανατικά κενές απαντήσεις των σοφιστών, κάθε που ένας λογικός άνθρωπος θα τολμήσει να μιλήσει για τον κοινό νου.

Είναι όμως αυτή η ευτυχία που θέλεις? Μια ευτυχία που στηρίζεται στην έλλειψη της ειλικρίνειας? Δίχως αλήθεια η ζωή του ανθρώπου περνάει στη λήθη, στη φυγή. Το ψέμα κατακρεουργεί καθετί όμορφο. Και η υπόνοια του ψέματος επισκιάζει και τα λίγα αληθινά. Το ένα, και μοναδικό ίσως, ψέμα σου, μπορεί να καταλήξει μια ημέρα να είναι ο βασικός δυνάστης σου.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο και πιο μολυσματικό από το να εγκαταστήσεις μια ιδέα στο μυαλό ενός ανθρώπου. Η ιδέα γίνεται εμμονή. Η εμμονή προσμονή. Και η προσμονή πλάνη. Και αν εγκατασταθεί η ιδέα του ψέματος, το ψέμα καταλήγει ΠΑΝΤΑ  σε ψέμα!

Μια μικρή στιγμή μονάχα χωρίζει την ευτυχία από το ψέμα.

Και της ευτυχίας συνώνυμο, για μένα και για όσους σκέφτονται σαν και μένα, είναι πάντοτε η ειλικρίνεια.

Κι αν στα μάτια μου βλέπω ένα φύλλο να παλεύει στα κύματα, είναι η ζωή που το πήρε μακριά. Κι αν έχασα τα πάντα μέσα στην πεζή καθημερινότητα, δεν θα δεις τη φυγή στα μάτια μου. Κι αν μια μέρα γυρίσεις να με ξαναδείς κάτω από τα αστέρια, μια λέξη θα θυμάμαι να σου πω. Ειλικρίνεια….

Σβούρα Τοτέμ

Και αυτή είναι η αξία της στιγμής! Κανείς δεν την παραγνωρίζει αλλά και κανείς δεν την αναγνωρίζει όπως τής πρέπει. Για όλα υπάρχει μια αφετηρία και πολλές φορές αυτή η πρώτη αρχή, είναι μία και μοναδική στιγμούλα μέσα στον απέραντο χρόνο. Το κλικ της έναρξης. Το «τινκ» του βατήρα εκκίνησης. Το βλέμμα εκείνο που ρίχνει νερό στο αυλάκι του χρόνου…

Κάτι αλλάζει. Κάτι μπαίνει στη ζωή σου. Κάτι!

Καμιά φορά αναρωτιέμαι γιατί πρέπει όλα τα ωραία πράγματα στη ζωή να έρχονται εκεί που κανείς δεν τα περιμένει και δεν είναι έτοιμος ίσως να τα δεχτεί? Και για ποιο λόγο φεύγουν, όταν ακριβώς είναι έτοιμος να τα κρατήσει σφιχτά μέσα στη χούφτα του και να τα φυλακίσει για πάντα στην καρδιά του? Είναι κάποια θεία πρόνοια τάχα αυτό ή απλά είναι οι νόμοι της φύσης? Είναι η ανθρώπινη ατέλεια ή μήπως κάτι πολύ βαθύτερο από όλα αυτά?

Η ζωή η ίδια είναι μια απλή αντίστροφη μέτρηση. Κάθε στιγμή που περνάει σβήνει την αμέσως προηγούμενη και εκκολάπτει την επόμενη. Όλα έρχονται και πάνε σε ένα ατέλειωτο, σε ένα αέναο παιχνίδι του μυαλού μας. Ο χρόνος είναι δόγμα για την ανθρώπινη φύση μας. Κι εμείς, μολυβένια στρατιωτάκια στα χέρια του πανδαμάτορα.

Εντάξει, εντάξει! Είναι στη μέση και οι έξεις. Και το αλκοόλ. Και το τσιγάρο. Και το ροκ. Και το σεξ. Και οι άλλες απολαύσεις. Κανείς δεν είναι τέλειος, όλοι φθαρτοί είμαστε! Όμως και αν ακόμα οι στιγμές μας είναι απολαυστικές, αυτό δεν σημαίνει ότι και οι απολαύσεις μας συνιστούν υποχρεωτικά τις ΣΤΙΓΜΕΣ μας.

Οι προσωπικές μας στιγμές είναι ιερές και ως τέτοιες πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Κι ας βάζουν χάσματα στην ψυχή και στις αισθήσεις μας. Κι ας μάς αποκόπτουν από τα παλιά όνειρά μας.

Και το ξέρεις καλά κι εσύ αυτό. Πάντα βοριαδάκι φυσάει εκεί που μένεις. Πάντα! Μια φορά μόνο το χρόνο, ένα ζεστό αεράκι από το νότο, αλλάζει την αύρα. Βγες στο μπαλκόνι και δες τον ουρανό τη μέρα εκείνη. Μη χάσεις την ευκαιρία να δροσίσεις το μέτωπό σου στη σπάνια αυτή ευκαιρία. Απλά βγες! Και ας μην έχεις πολύ χρόνο να την απολαύσεις όπως θέλεις. Και ας είναι νωπές ακόμα οι μνήμες από τα κατεστραμμένα όνειρα. Η αίσθηση του κρύου στην ψυχή γεννά καινούργια όνειρα.

Ένας σκαρδαμισμός της μιας στιγμής. Θυμάσαι πόσο γρήγορα «παίξανε» τα βλέφαρά σου την πρώτη φορά? Όλη η ζωή γεννιέται σε μία και μόνο στιγμή. Αρχίζει και άρχεται από αυτή τη στιγμή. Και ολοκληρώνεται μέσα της. Δίνει ότι είχε να δώσει και χάνεται σαν φεγγαρόσκονη στη λεωφόρο των ονείρων.

Κάτι αλλάζει. Κάτι μπαίνει στη ζωή σου. Κάτι!

Είναι το αύριο ή μήπως είναι απλά ένα όνειρο? Έχεις μια σβούρα-«τοτέμ» να την βάλεις να γυρίζει, να δεις εάν είναι όνειρο ή όχι? Να δεις εάν γράφεις στιγμές ή μήπως γράφεις με δάκρυ από λεμόνι στο λευκό βιβλίο της λήθης?

Η στιγμή έχει ένα μόνο χρώμα. Δεν είναι ούτε μαύρο, ούτε άσπρο. Είναι πορφυρό. Ζωντανό πορφυρό. Ματωμένο πορφυρό. Οι στιγμές μας είναι η ζωή μας. Κι αν είναι λίγες, ας είναι πορφυρόχρωμες, ας είναι ματωμένες όσο περισσότερο γίνεται.

Η στιγμή είναι ένα χαμόγελο. Μία φορά το βλέπεις. Το ερωτεύεσαι για πάντα. Και σε κάθε δύσκολη στιγμή, είναι εκεί να σε συντροφεύει. Να κάνει την καρδιά σου να χορεύει. Και να σε κλωτσά στα ουράνια, να χαθείς για πάντα!

Η στιγμή είσαι εσύ και τα όνειρά σου! Βλέπεις στο πανέμορφο δειλινό τα πουλιά να πετούν ψηλά. Διακρίνεις τι πουλιά είναι? Φυσικά όχι! Διακρίνεις όμως τα φτερά τους που ανοιγοκλείνουν γρήγορα. Ακούς τις βιαστικές φωνές τους. Νιώθεις τη ζωντάνια τους. Αυτά είναι τα όνειρά σου!

Κι αν μπορείς να διακρίνεις λίγα μικράκια να πεταρίζουν, να ψευτοφτερουγίζουν  δίπλα στους γονείς τους, αυτές είναι οι στιγμές σου!

Λίγες. Πανέμορφες. Ελπιδοφόρες. Ανεκτίμητες. Αξίζει να τις προστατεύσεις όσο τίποτε. Κρύβονται να προστατευτούν ανάμεσα στα όνειρά σου, πολύτιμες, σπάνιες και απαραίτητες.

Είναι λιγότερες από δέκα. Ξεκίνα να μετράς και θα δεις….

Το άσπρο της ψυχής σου

Τα σκοτάδια έχουν φωνή! Φαντάζομαι πως ο καθένας μας το έχει ανακαλύψει αυτό σε κάποια φάση της ζωής του. Δεν είναι όλοι φίλοι με το φως. Το φως συχνά αναδεικνύει. Συχνότερα όμως θολώνει. Θαμπώνει. Εξαϋλώνει και εξαγιάζει. Κρύβει αλήθειες γεμάτες ένταση που απελευθερώνονται αυθόρμητα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αυτό της ψυχής σου!

Έσβηνες τα φώτα πολύ συχνά θυμάμαι. Έπεφτες στο κρεβάτι σου, μέσα στο δροσερό δωμάτιο, και χαιρόσουν το μισοσκόταδο. Ένα όμορφο χαμόγελο σχηματιζόταν στα ζωγραφιστά σου χείλη. Το αεράκι φυσούσε στα μαλλιά σου, στις κίτρινες κουρτίνες, στα όνειρά σου…

Έξω τα φώτα της πόλης έλαμπαν οργισμένα.

Η μοναξιά καμιά φορά είναι καλή παρέα. Ήρεμη. Σαν ένα παλιό σου φλερτ, ένα ωραίο τυπάκι, που το φωνάζεις που και που να πιείτε ένα ποτήρι κρασί αγκαλιά, κάποια κρύα βράδια. Έτσι! Να μη νιώθεις τη θλίψη να περνά μέσα από τις γρίλιες τις ψυχής σου και να τρυπώνει στην ΑΓΑΠΗ. Να τη διαβρώνει νύχτα τη νύχτα. Να σου θυμίζει όσα δεν πρέπει.

Πίστευες πάντα στα παραμύθια. Ήσουν παιδί. Έκλεινες τα  μάτια και φανταζόσουν τη νεραϊδοχώρα της καρδιάς σου αληθινή. Δίχως φτιασίδια. Δίχως κακούς. Δίχως περιττά φώτα, κάτω από το μαύρο των βλεφάρων σου, στο άσπρο της ψυχής σου. Έτσι απλά, έκλεινες τα μάτια και πίστευες.

Τα σκοτάδια έχουν φωνή. Μιλάνε για το χτες και για το σήμερα. Για τον ήλιο του χειμώνα. Για την αγάπη που έφυγε στην πλάτη ενός χελιδονιού. Για το δάκρυ που στέγνωσε πριν προλάβει να κυλίσει. Μιλάνε για τόσα καλοκαίρια – μια πλεγμένη αγκαλιά. Μιλάνε για σένα. Μιλάνε για  μένα. Μιλάνε για μας.

Τα σκοτάδια έχουν φωνή! Το ξέρουν όλοι.

Σβήσε τα φώτα και άκου!

Απλά άκου…

Δεν κόπηκες

Μερικές προτάσεις στη ζωή μας περνούν μπροστά από τα μάτια μας, έτσι σαν ψέμα, φτερουγίζουν μακριά και καρφώνονται στην πρώτη ονειροπαγίδα που θα συναντήσουν. Κάνεις έτσι μια να τις πιάσεις με το χέρι σου και το μόνο που σού μένει είναι η πολύχρωμη αύρα που λαμπυρίζει στα μάτια σου, καθώς ξεμακραίνουν.

«Αν αλλάξει η αγάπη…»

Αλλάζει? Χάνεται? Κρύβεται? Ή μήπως πεθαίνει?

«Είναι ατυχία να φιλάς τα μάτια. Είναι χωρισμός!»

Κλειστά μάτια σαν απέραντος νόστος, ανοιχτά χέρια σαν μισή αγκαλιά. Δυο σώματα με μια ψυχή, ένα σώμα με δυο ψυχές. Η σημειολογία του έρωτα. Η ταυτοποίηση του νου. Η απεραντοσύνη του ουρανού.

Είναι ο φόβος που μαστιγώνει τα άλογα, στο άρμα της φυγής σου?

Κανείς δεν βλέπει έγχρωμα όνειρα! Κι όλα τα όνειρα, για να το ξέρεις κι αυτό, θολά είναι. Αν δεν είναι θολά, λέγονται στόχοι. Το όνειρο είναι όμορφο, θολό και το φυσάει ένα ζεστό αεράκι. Μια αύρα από νότες το ακολουθεί. Και στις ψυχές τον ανθρώπων, φωλιάζει στα πιο δυσπρόσιτα σημεία. Ποτέ να μην το βρίσκεις εύκολα και το αναπολείς, ποτέ να μην το ξεριζώσει κανείς.

Είναι ο φόβος του φόβου που σε κρατάει τόσο καιρό στη λήθη?

Έχει μνήμη το αίμα. Έχει μνήμη το δάκρυ.

Η επιστροφή, το ξέρεις κι εσύ, είναι ένα μαχαίρι χωρίς λαβή. Ή το κρατάς και ματώνεσαι γελώντας από ευτυχία ή κοιτάς τις δυο του λάμες να λάμπουν και υπνωτίζεσαι για πάντα.

Είναι ένα παιχνίδι για λίγους και εκλεκτούς. Μια ρώσικη ρουλέτα για ελάχιστους. Κι αν τώρα χαίρεσαι που κρατάς ένα όπλο στα χέρια σου, λίγες στιγμές μετά δεν θα μπορείς ίσως να χαίρεσαι καν!

Φυσάει η πόλη σου!

Όμως οι μεγάλες αγάπες δεν είναι τα ήσυχα λιμάνια. Δεν είναι τα πολύβουα κέντρα. Δεν είναι όσα ζήσαμε αλλά όσα δεν τολμάμε να ζήσουμε. Οι μεγάλες αγάπες είναι σύννεφα…

Ένας ουρανός αγάπη

Μια όμορφη ιστορία. Αυτή είναι η ζωή μας!

Σαν τις παλιές, ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, που μέσα σε μία ωρίτσα και κάτι συνέβαιναν τα πάντα. Όλοι περνούσαν κάτι δύσκολο, όλοι συμμετείχαν, όλοι συνέπασχαν και στο τέλος όλοι με κάποιο τρόπο ήταν ευτυχισμένοι ή απλά «βολεύονταν»! Αυτό το ευτυχές και ευχάριστο τέλος, ήταν must. Δεν έπρεπε να μείνει κάτι άσχημο, κάτι ημιτελές, κάτι αναπάντητο στο θεατή.

Έτσι είναι και η ζωή μας. Ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε εμείς να είναι!

Ένα ρομάντζο γραμμένο σε περιοδικό της δεκαετίας του 80. Μια τυχαία συνάντηση. Η σπίθα στο βλέμμα. Ανέμελα λόγια. Αμήχανα γέλια. Και το πρώτο άγγιγμα. Το φιλί στη μέση του δρόμου!  Ο ήλιος…

Πόσες φορές έχεις νιώσει ΤΟΣΟ τυχερός στη ζωή σου? Πόσες φορές σου χαμογέλασε η ζωή, δείχνοντάς σου ένα προς ένα όλα τα αγαθά της πλάσης σε ένα χαμόγελο? Πόσες φορές ήσουν τόσο ΕΣΥ?

Λυγίζεις λίγο προς τα μέσα τα δάχτυλα του χεριού σου, και κάνεις μια μικρή λακουβίτσα την παλάμη σου. Για να μαζέψεις λίγο ουρανό. Κι επειδή σου άρεσε, σαν παιδί που είσαι, κάνεις και το άλλο χέρι, για να μαζέψεις πιο πολύ ουρανό. Κι όταν μαζέψεις τόσο ουρανό που άλλος να μην χωρά στα δυο σου χέρια, τον φέρνεις στο ύψος των ματιών σου, ενώνεις τους καρπούς των χεριών σου, μην και ξεγλιστρίσει τόσος ουρανός στριμωγμένος σε δυο χούφτες παιδικές, και βλέπεις την αγάπη να σχηματίζεται μπρος στα μάτια σου. Μια καρδιά-αγάπη. Ένας ουρανός αγάπη…

Μια όμορφη ιστορία είναι η ζωή μας. Μια ταινία. Εσύ είσαι ο σκηνοθέτης, εσύ και ο θεατής. Εσύ επιλέγεις!

Θα αφήσεις κάτι αναπάντητο? Κάτι ημιτελές? Θα παραμείνεις θεατής?

Είναι κάποιες φορές που θέλουμε να τα αλλάξουμε ΟΛΑ. Και κάποιες άλλες που θέλουμε απλά να φυλακίσουμε λίγο ουρανό. Μια στιγμή, μια κίνηση, μια όμορφη ιστορία αγάπης, να την κρατήσουμε και να τη ζούμε κάθε μέρα, ξανά και ξανά. Είναι κάποιες φορές που θέλουμε να τα αλλάξουμε όλα….

Εσύ στο τέλος της ταινίας τι θα είσαι? Ευτυχισμένος ή «βολεμένος»?

Και ο ουρανός σου? Θα είναι εκεί, ολόκληρος μέσα στη χούφτα σου, μέσα στα μάτια σου, μέσα στην ψυχή σου?

Ή θα έχει γίνει μια όμορφη ιστορία αγάπης…?