Archive | Ιανουαρίου 2011

Χαμηλωμένα φώτα

Λίγα τα λόγια του ανθρώπου του αληθινού. Λίγες και οι στιγμές του. Κάνεις να τον πιάσεις μια στιγμή και σου ξεφεύγει μέσα από τα χέρια! Εκεί που νομίζεις ότι είσαι, ότι έχεις, ότι νιώθεις…, πας να κλείσεις για λίγο την αγκαλιά σου και ξαφνικά νιώθεις πιο μόνος από ποτέ. Πιο μόνος από πάντα. Πιο μόνος. Μόνος!

Τρόποι για να χάσει ένας άντρας το χρόνο του υπάρχουν πάρα πολλοί. Άπειροι θα έλεγα. Υπολογιστής. Τζόγος. Μπάλα. Τηλεόραση. Παιχνίδια. Ξενύχτια. Γυναίκες! Και, τις πιο πολλές φορές, οι περισσότεροι από αυτούς συνδυάζονται…

Θυμάμαι που καθόσουν ένα βράδυ και έλεγες τραγούδια στο μισοσκόταδο, μέσα στο μικρό δωματιάκι μας. Είχες φύγει τελείως. Είχες ξεφύγει. Δεν σε ένοιαζε τίποτα. Ούτε αν έχεις καλή φωνή. Ούτε αν σε ακούνε οι διπλανοί. Ή αν κάνεις γκριμάτσες την ώρα που τραγουδάς. Ήσουν αλλού. Ήσουν εσύ! Πίστεψα αληθινά πως εκείνη τη στιγμή έβλεπα όλα όσα ήθελα να δω από έναν άνθρωπο. Χωρίς τύψεις. Χωρίς φτηνές δικαιολογίες. Χωρίς φτιασίδια στο πρόσωπο. Και χωρίς φτιασιδώματα στην ψυχή. Ήσουν ό,τι ήθελα. Ακριβώς!

Δεν ξέρω το μέλλον. Δεν ξέρω καν το παρόν. Ούτε και θέλω να το ξέρω.  Πιστεύω πως η αληθινή αγάπη δεν χρειάζεται να κατέβει στο ποτάμι να πλυθεί, ούτε να ανέβει στο βουνό για να φανεί. Είναι εκεί πάντα. Είναι εκεί γιατί γεννήθηκε για να είναι εκεί. Και δεν προσκύνησε κανένα για να του χρωστάει χάρη.

Όλοι δικαιούμαστε μια άσχημη περίοδο. Ένα κακό ξεκίνημα. Ένα μέτριο τέλος. Αρκεί στο τέλος αυτό, να ξέρεις να βάζεις μια παρένθεση. Πριν. Και μετά.

Κι αν κάπου κάπου σε τσούζουν τα μάτια, εκεί που πίνεις τώρα το ποτό σου, μέσα στη δυνατή μουσική και τα χαμηλωμένα φώτα, μην ανησυχείς. Φταίει ο καπνός. Κι αν ρίξεις μια ματιά τριγύρω σου, πολλά χαμόγελα σε κοιτάνε, να ‘σαι σίγουρη. Αυτό δεν ήθελες πάντα?

 

 

 

 

Advertisements

Πράσινο βαγόνι

Η επιτυχία και η αποτυχία είναι ορισμένες φορές δύο λέξεις σχεδόν ταυτόσημες. Δυο λέξεις που συνήθως τις παραθέτουμε με άλλη έννοια, άλλη αίγλη, άλλη αίσθηση. Πόσο λάθος είμαστε!!! Έχουν 6 από τα 8 τους γράμματα ολόιδια. Τυχαίο? Μάλλον όχι!

Ένα «25%» του συνόλου είναι και αυτό που πραγματικά τις χωρίζει. Λες: Είμαι αυτός, Έχω αυτά, Κάνω αυτά και Θέλω… αυτήν! Ένας από τους παραπάνω παράγοντες αν αλλάξει, ένας μόνο από τους τέσσερις, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να στραφεί από την επιτυχία στην αποτυχία. Κι ανάποδα.

Βάλε τώρα κι έναν άλλο παράγοντα στο παιχνίδι. Βάλε τη λέξη «απόλυτη» μπροστά. Η «απόλυτη επιτυχία» από την «απόλυτη αποτυχία» διαφέρει, όπως κι εσύ βλέπεις, ακόμα πιο λίγο!!! Μια υπέροχη σχέση από έναν άθλιο χωρισμό, απέχει μόλις 10′ οδυνηρά λεπτά στο τηλέφωνο. Ή μια τελειωτική ματιά. Ή μια κουβέντα που έπεσε πιο βαριά από ότι έπρεπε. Ή ένα φιλί που δεν πρόλαβε ποτέ να δοθεί, μια αγκαλιά να κλείσει, ένα χαμόγελο ν’ ανθίσει στα βλέφαρά σου.

Ήσουν κι εσύ κάπου εκεί μέσα ξέρεις. Μεγάλος πια, έβλεπα τη ζωή μου να περνάει μπροστά μου σαν παιδικό τρενάκι με τα βαγόνια του γεμάτα αναμνήσεις. Όλα όσα έζησα με πάθος, όλα όσα αγάπησα και όσα μου έμειναν ανεξίτηλα χαραγμένα στην ψυχή, ήταν εκεί φορτωμένα. Σαν παιδικό παιχνίδι, η ζωή μου μού χαμογελούσε για άλλη μια φορά και με καλούσε να παίξω.

Δεν χάρηκα που σε είδα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν χάρηκα. Σηκώθηκα σκεπτικός και πλησίασα τον παλιό στρογγυλό καθρέφτη στην άκρη του δωματίου. Ακούμπησα το χέρι μου στο πλάι του και κοίταξα από πίσω. Στεκόσουν καταγής σε ένα ολόλευκο δωμάτιο και χάζευες το δικό σου τρενάκι. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω. Γύρισες με μια απότομη κίνηση και με κοίταξες απευθείας στο μάτια. Δεν ξαφνιάστηκα. Έβλεπα τα υπέροχα και μεγάλα παιχνιδιάρικα μάτια σου με την ίδια αγάπη που τα πρωτοαντίκρυσα.

«Το βλέπεις αυτό το βαγόνι?», μου είπες δείχνοντάς μου ένα μικρό, πορτοκαλί βαγονάκι.

«Το βλέπω», σου έγνεψα.

«Θα θελα νά ‘ταν μεγάλο. Πολύ μεγάλο. Πιο μεγάλο κι από όλο το τρένο. Και πράσινο. Ναι! Ας μην ήταν τόσο μεγάλο. Αρκεί να ήταν πράσινο».

Κι έπειτα, τράβηξες το καλώδιο από την πρίζα και, παρακολουθώντας τα φώτα να σβήνουν, άφησες τα καλώδια να αποκοιμηθούν για πάντα.

Δεν

Ένα πράγμα που πάντοτε ήταν πρώτο ανάμεσα σε αυτά που σιχαινόμουν είναι η συμβατικότητα. Δεν γεννήθηκα συμβατικός, δεν ζω συμβατικά και -σχεδόν σίγουρα- δεν θα μπορέσω ποτέ να εξοικειωθώ και να ακολουθήσω όσα κάνουν οι άλλοι. Καμιά φορά αυτό με φέρνει σε τρελή αμηχανία. Τις περισσότερες φορές όμως με κάνει πολύ υπερήφανο γι’ αυτό που είμαι και κυρίως για αυτά που ΔΕΝ πιστεύω.

Πρώτα πρώτα δηλαδή δεν πιστεύω στις καλές προθέσεις των ανθρώπων. Είμαι ο ίδιος καλοπροαίρετος. σαν άνθρωπος. Κάθε πρωί όμως που ξυπνάω, ξέρω ότι κάπου εκεί έξω, ανάμεσα στο πλήθος, υπάρχει ένας τύπος που θα θελήσει να με αδικήσει, θα με σπάσει τα νεύρα και στη συνέχεια θα προσπαθήσει να με κάνει να αντιδράσω συμβατικά. Δεν πιστεύω ότι όλοι είναι καλοί. Ίσως ήταν καλοί όσο ήταν παιδιά. Όχι πια. Και γι’ αυτό λειτουργώ αντισυμβατικά. Τους αφήνω να με αδικήσουν. Τόσο όσο πρέπει. Ποτέ λιγότερο, σπάνια περισσότερο. Όσο ακριβώς πρέπει. Γιατί οι άνθρωποι ξυπνούν το πρωί και πιστεύουν ότι θα πάνε στη δουλειά τους και δεν θα μαλώσουν με κανέναν? Γιατί το πιστεύουν ακόμα?

Έπειτα δεν πιστεύω ότι η αγάπη χαρίζεται. Η αγάπη είναι χώρος για λίγους. Είναι τόπος ιερός, είναι πατρίδα. Και κερδίζεται. Δεν χαρίζεται. Γι’ αυτό κι εγώ λειτουργώ αντισυμβατικά. Την κυνηγώ. Σαν κάτι αυθαίρετο. Μακριά από ανθρώπους και χαμόγελα. Μακριά από αγκαλιές και όρκους πίστης. Μακριά. Στα ποτάμια και τα λιβάδια. Στις γάτες της γειτονιάς και στο ευγενικό βλέμμα της κυρίας που μαζεύει τα σκουπίδια στο δρόμο. Στους μισογκρεμισμένους τοίχους και στην κοπέλα που μου φτιάχνει τον καφέ κάθε πρωί. Στα δώρα που δεν λες ευχαριστώ. Σε σένα.

Και φυσικά δεν συνηθίζω να δείχνω τη χαρά μου χορεύοντας. Δεν νιώθω την ανάγκη να χορέψω. Ο χορός του άντρα είναι στην ψυχή του. Ό,τι σε κάνει να νιώθεις την καρδιά σου να πάλλεται 5 πόντους πάνω από το στήθος σου, είναι χορός. Κι ό,τι σε μαγεύει στα μάτια της είναι μελωδία. Κι ό,τι έζησες τόσα χρόνια και περνά σαν συρμός στη σκέψη σου είναι αρμονία. Κι αυτό που ακόμα σε ροκάρει τα βράδια και βαρά τα ντραμς στο φλεβόκομβο της καρδιά σου, είναι ρυθμός. Ο ρυθμός της δικής σου ζωής.

 

 

 

Μαύρος πάνθηρας

«Φίλοι»! Εύκολη λέξη. Να σας συστήσω. Από εδώ η λέξη. Πέντε γραμματάκια. Τονίζεται στην παραλήγουσα. Σημαίνει τα πάντα. Και τίποτα μαζί. Από εδώ ο χαζούλης. Δίνεις το χέρι σου. Το δίνεις. Όχι όμως και την καρδιά σου.

Πάντα μου άρεσε ένα ζώο. Το αγαπημένο μου: ο μαύρος πάνθηρας. Δεν ξέρω γιατί μου αρέσει τόσο πολύ αυτό το ζώο. Είναι σπάνιο. Είναι περήφανο. Είναι άγριο. Και προπάντων, κάθε φορά που το βλέπω, νομίζω ότι έχει το βλέμμα του λαβωμένο. Την ψυχή του χαρακωμένη. Και τη ματιά του κεντραρισμένη στο σύμπαν. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά από ένα αγρίμι. Κι όμως! Μου φαίνεται πως χαρακτηρίζεται από μια σπάνια σοφία. Γνωρίζει. Και κυρίως γνωρίζει ότι… γνωρίζει!

Σε ένα παιχνίδι ερωτικό παίζουν πάντοτε δύο παίκτες. Αυτά που λένε για τρίτους προσωπικά με αφήνουν αδιάφορο. Ένα παιχνίδι είναι πάντα για δύο. Αν ο ένας φύγει για να βρει την τύχη του αλλού, παύει και το παιχνίδι που υπήρχε και αρχίζει ένα νέο παιχνίδι. Εκεί, στο «αλλού».

Ούτε όμως ένας μόνος του μπορεί να κάνει το παιχνίδι ερωτικό. Χάνεται. Φθείρεται. Φαντασιώνεται πράγματα που δεν υπάρχουν. Κι αν το συνεχίσει? Τρελαίνεται…

Υπάρχουν άνθρωποι που σ’ αγαπάνε. Και άνθρωποι που σε  μισούνε. Και άνθρωποι που σε θαυμάζουν. Και άνθρωποι που σε θέλουν. Και άνθρωποι που σε βαριούνται. Και φυσικά υπάρχει ένας μόνο άνθρωπος που μπορεί και τα κάνει όλα αυτά ταυτόχρονα.

Τώρα που γνωριστήκαμε καλύτερα, να σου συστήσω και μια άλλη λέξη. Επίσης σπουδαία. Λέγεται «timing». Φυσικά και την ξέρεις. Από εδώ η λέξη. Ξένη είναι. Φαίνεται και στην προφορά της εξάλλου. Γράφεται με γερούνδιο (ναι, ναι, έτσι το λέγαμε το -ing στο φροντιστήριο, θυμάσαι? τι θα πει δεν πηγαίναμε μαζί φροντιστήριο? όλη η Ελλάδα στο ίδιο φροντιστήριο έμαθε greeklish). Σημαίνει τα πάντα. Από εδώ η χαζούλα. Δίνεις το χέρι σου. Δεν παίρνεις όμως πίσω το χαμένο χρόνο.

Πίσω από κάθε γνωριμία κρύβεται μια έκπληξη. Άλλοτε ευχάριστη και άλλοτε δυσάρεστη. Μπορεί να σου γυρίσει την πλάτη το timing αλλά να βρεις ένα καλό φίλο. Μπορεί πάλι να είναι πολύ καλό το timing αλλά αυτός που θα βρεις να μην είναι καλός για φίλος. Μπορεί… μπορεί…! 343 λέξεις με φλυαρίες, που θα έλεγε και μια γλυκιά φωνούλα που ξέρω.

Με μια φράση και πολύ απλά λοιπόν…

Μπορεί μια μέρα να ξημερώσει και να ξυπνήσεις δίπλα μου! Κι όμως μπορεί!

 

 

Μεταφρασμένη αγάπη

Πλησίασα κοντά και σημάδεψα με το βλέμμα μου την υπογραφή. Δεν μου’ λεγε τίποτα! Είδα και τον τίτλο. Και τα μεγάλα γράμματα. Και τα μικρότερα. Και τις σφραγίδες. Δεν μου έλεγαν επίσης τίποτα! Μου ήταν ξένο αυτό το χαρτί? Ίσως. Μου ήταν αδιάφορο? Μάλλον όχι.

Πήγα και στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς. Ήταν μέσα δύο χρυσόψαρα. Το ένα ήταν στο πλάι. Το άλλο, ακουμπισμένο πάνω στο φιλαράκι του, με κοιτούσε λες στα μάτια με ένα μισολυπημένο βλέμμα. Σαν να ικέτευε. Σαν να ήθελε να δει πίσω μου, μέσα μου. Να δει το μέλλον μας. Να το αγγίξει με το βλέμμα του και να το κάνει δικό του.

Μα… το μέλλον μας το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι. Μόνοι μας. Δεν το ήξερε τάχα?

Καθόμουν ήδη αρκετή ώρα εκεί. Δεν μπορούσα ακόμα να πιστέψω πως μια απλή κόλλα χαρτί μπορούσε να γέρνει τον -παλιό είναι αλήθεια- ζυγό προς την πλευρά του. Απλό μελάνι είχε πάνω στα γράμματα. Και το χαρτί, ένα απλό, κιτρινωπό Α4 ήταν. Τίποτα ιδιαίτερο.

Ξάφνου άκουσα μουσική. Η υπέροχη φωνή του Στόκα σκέπασε τη σιωπή. Πλησίασα με γοργά βήματα τη ζυγαριά, να ρίξω μια τελευταία ματιά στο αλλόκοτο φαινόμενο. Το χαρτί εκεί. Αγέρωχο. Ψυχρό. Αδιάφορο. Κοίταξα προς τα ψαράκια. Ήταν δίπλα δίπλα πια, σα ζευγαράκι σφιχταγκαλιασμένο που κρύωνε στο αγιάζι. Χωρίς μια στέγη να μπούνε μέσα μαζί, να είναι ευτυχισμένα για πάντα. Χωρίς τίποτα. Τα λυπήθηκα, έτσι όπως ήταν. ΜΑΖΙ και ΜΟΝΑ. Θυμήθηκα μια παλιά μου ιστορία. Ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια μου και προσγειώθηκε στο ένα ψαράκι, το μικρότερο. Και τότε, ως εκ θαύματος, η ζυγαριά ισορρόπησε για λίγο και στη συνέχεια έγειρε προς την πλευρά με το όμορφο, χρυσοκόκκινο ζευγαράκι! Έχει αλήθεια τόσο βάρος μια σταγόνα δάκρυ?

Δεν ξέρω τίποτα πιο μπερδεμένο από τη γυναικεία ψυχή. Μην την εμπιστεύεσαι. Μην τη θυμώνεις.

«Πόσο νόμιζες άξιζες? Πόσο?», βούιζε στα αυτιά μου.

Μακάρι να είχα χρόνο να σου πω όσα δεν πρόλαβα. Ψιθυριστά. Όπως εκείνο, το πρώτο βράδυ. Θυμάσαι?

«Τίποτα δεν είναι πιο όμορφο από τα κλαμμένα σου μάτια», είπα καθώς άνοιξα την αγκαλιά μου στην παραμυθένια ομορφιά της.

Γύρισα πλάτη στο αλλόκοτο μηχάνημα και το παράτησα στο σκοτάδι. Είχε πάει ήδη 3 και έπρεπε να φύγω. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα Galaxy. Ήθελα να μείνω λίγο μόνος να σκεφτώ τη ζωή μου.

Ποτέ μου δε μετάνιωσα γι’ αυτή μου την επιλογή. Ποτέ.

 

 

 

Φτωχά παραμύθια

Η ζωή είναι αντίσταση. Είναι πάθος. Είναι και ασυμβατότητα. Καθετί στη ζωή εξαρτάται από την οπτική γωνία που το βλέπεις. Και κυρίως, από το πόσο ψηλά το τοποθετείς ιεραρχικά στην αγάπη σου για τα σημαίνοντα.

Γι’ αυτά που έχουν αξία, που μετράνε. Που έχουν νόημα και δίνουν νόημα. Σαν μικρό κομματάκι σοκολάτας γάλακτος, που λιώνει στο στόμα σου και γίνεται ένα με τον ουρανίσκο σου, τους γευστικούς σου κάλυκες, το στόμα σου ολόκληρο, αυτό το μικρό «κάτι» που σε κάνει να διαφέρεις και να μην είσαι απλά «κάποιος», βρίσκει την ουσία και την ολοκλήρωσή του στο άλλο σου μισό, κάπου εκεί έξω, σε ένα γνώριμο στόμα όπου και εσύ «λιώνεις».

Κι είναι και κάποιοι άνθρωποι που δεν σ’ αφήνουν σε ησυχία με τίποτα. Ό,τι και αν κάνεις το μυαλό σου στριφογυρνά ξανά και ξανά εκεί. Είναι ο χρόνος? Είναι οι μνήμες? Είναι τα λίγα που έζησες και τα πολλά που ένιωσες? Μήπως όλα ήταν τελικά φτωχά παραμύθια? Όποιος γνωρίζει ας σηκώσει το χέρι. Το αριστερό. Της καρδιάς!

Υπάρχει καλύτερη παρέα από τη μοναξιά? Δεν σε ενοχλεί ποτέ. Κι όταν κουραστείς να νιώθεις ότι δεν νιώθεις πια τίποτα, σε χτυπά φιλικά στην πλάτη και σε βάζει για ύπνο. «Θέλει χρόνο η αγάπη, αγάπη μου!», ψιθυρίζει μια φωνή ακριβώς πίσω από το αριστερό σου αυτί. Θά ‘θελες να γυρίσεις μια φορά απότομα, τόσο απότομα, μια από τις τόσες που το ακούς αυτό, και να αντικρύσεις το πρόσωπο της μοναξιάς. Χαμένος κόπος. Σηκώνεσαι με εκείνο το θλιμμένο μουτράκι και πας στο μπάνιο να ρίξεις λίγο νερό στα μάτια σου. Σηκώνεις τώρα και το βλέμμα και κοιτάς ευθεία. Αυτό έψαχνες?

 

 

Νύχτα μάνα

Λένε τάχα πως ό,τι αξίζει καθένας, αυτό παίρνει τελικά σε αυτή τη ζωή. Δεν το πιστεύω! Καμιά φορά η ζωή είναι άδικη. Πολύ άδικη. Και συνήθως είναι άδικη με τους καλούς ανθρώπους…!

Μια μέρα θα είσαι στην κορυφή του βουνού. Θα ατενίζεις όλα αυτά που έζησες με δυο ωραίες κυρίες, τη μελαγχολία και την περηφάνεια. «Too old to rock, too young to die!». Και τότε θα αναζητάς τις καυτές νύχτες που έφυγαν ανεπιστρεπτί από τη ζωή σου.

Και μένα μου άρεζε μικρός να κάθομαι όλο το βράδυ και να ακούω τραγούδια. Είναι κόσμος που του αρέσει να ξενυχτάει στα μπουζούκια όλο το βράδυ. Είναι κόσμος που του αρέσει να βλέπει ταινίες όλο το βράδυ. Σε άλλους πάλι αρέσει να πίνουν ποτά στα ορθάδικα της πόλης όλο το βράδυ. Σε μένα πάλι μου αρέσει να ΝΙΩΘΩ. Όλο το βράδυ….

Κάθε νύχτα είναι μια πρόσκληση σε ένα ταξίδι της ψυχής και του νου, την ώρα που το σώμα ξεκουράζεται. Ένα ταξίδι για λίγους κι εκλεκτούς. Πολλοί παίρνουν την πρόσκληση. Λίγοι την αποδέχονται. Ακόμα λιγότεροι επιβιβάζονται. Ελάχιστοι επιστρέφουν.

Λόγια, λόγια, λόγια! Ουφ! Όλη τη μέρα λόγια! Ε και? Δεν σε κάνουν ευτυχισμένο!

Κι έρχεται η μάνα νύχτα! Η σιωπή απλώνεται παντού. Οι ανυποψίαστοι κοιμούνται. Κι εσύ, ναι μόνο εσύ (!), ξενυχτάς με αυτό το χτυποκάρδι στα στήθια σου. Όπως και τότε. Όπως παλιά. Κι ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη σου.

Και γίνεσαι και συ νύχτα μαζί της…