Archive | Ιουλίου 2012

Κράτα τις στιγμές

Πες μου σκέφτηκες ποτέ αν ο δρόμος που περπατάς είναι αληθινός όσο θα ήθελες? Είχες ποτέ εμπόδια ή το εμπόδιο ήμουν εγώ?

Χίλια βήματα πιο πέρα απ’ την αγάπη και ο ουρανός παραμένει γαλάζιος. Πότε θα μάθεις να λογαριάζεις σωστά όμως? Το σκέφτηκες ή σού ‘κατσε?

Όνειρο: είναι το σκίρτημα της καρδιάς, μια στιγμή που τα μάτια σου αντίκρυσαν το αδύνατο και το άγγιξαν σαν να ήταν κοντινό.

Άγαλμα: είναι το πρόσωπό σου όταν ακούς για αγάπες που διαρκούν μια ζωή.

Φίλος: είναι αυτό που ποτέ δεν θα σού γίνω.

Σαν οι μέρες να μην έχουν σταματημό και σαν οι νύχτες να μην έχουν πιο «κάτω» σε απληστία, μέτρησα τις ώρες μακριά σου. Άβυσσος. Κι ύστερα απλά… έφυγα!

Θα ήθελα να ήμουν από μια γωνιά και νά ‘βλεπα όλους τους ανθρώπους ταυτόχρονα, σαν ένας μικρός αλλαζόνας Θεός.

Μυρμήγκια και γίγαντες, λιώνουν στην ίδια θερμοκρασία. Ένας δυνατός αέρας να φυσήξει και κάθε επίγεια δύναμη, κάθε γνώση, κάθε τίποτα που βαφτίστηκε εξουσία λυγά σα στάχυ. Το ίδιο κι εσύ. Κι εγώ!

ΕΡΩΤΑΣ. Γελάς?

Είναι φορές που όλη η γη δε με χωράει. Θέλω να πετάξω πιο μακριά κι από το πουθενά και να ξορκίσω καθετί μου περιορίζει τη θέα. Να νιώσω αυτό το αίσθημα της απόλυτης ελευθερίας-γαλήνης, όπως τότε που παίζαμε παιδιά στις αλάνες και το μόνο μας μέλημα ήταν να βρούμε καλή κρυψώνα ή να μας συμπαθήσει το όμορφο κοριτσάκι της γειτονιάς.

Θυμάμαι κάτι απογεύματα να μετρώ τη βροχή στα πλακάκια του δρόμου και να μου βγαίνει λιγότερη από το κλάμα μιας ψυχής που δεν γαλήνεψε.

Θυμάμαι κάτι βράδια με δυο μπύρες στο χέρι και τη σκέψη σου, να μου χαϊδεύει το μέτωπο σα ζεστο αεράκι στο ηλιοβασίλεμα μιας νιότης που δεν χορτάσαμε.

Θυμάμαι κάτι πρωινά, τρένα ταξιδιάρικα χωρίς προορισμό, να θέλω να σε σφίξω στην αγκαλιά μου κι εσύ να είσαι ήδη στην πόρτα για τη δουλειά.

Κράτα τις στιγμές. Αν είχα ένα πράγμα να σου πω, αυτό θα σου ΦΩΝΑΖΑ ψιθυριστά.

Κι ας έκλεινες πίσω σου την πόρτα έπειτα. Κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που θα σου έλεγα πριν φύγω για πάντα…

Advertisements

Λευκές μπλούζες

Δεν θυμάμαι να σε είχα ξαναδεί ΠΟΤΕ τόσο σκεπτική.

Πάντα το πίστευα μέσα μου, κι ας μη σου τό ‘δειχνα, ότι ασχολείσαι υπερβολικά με ανούσια πράγματα. Δεν το θεώρησα ποτέ ελάττωμα αυτό, ίσα ίσα που το έβρισκα και κάπως χαριτωμένο. Κι αν η αγάπη σου εξαντλείται σε ένα ξερό «γεια», κι αν αυτό το «γεια» είναι το σπουδαιότερο που μπορώ να ακούσω από τα χείλια σου, ας διαλέξει ο χρόνος πότε θα πω εγώ το δικό μου «γεια» μια κι εμένα μου είναι δύσκολο να το αποφασίσω.

Η ζωή, ένα παλιό βιβλίο που το ξεσκονίζεις που και που για να μην ξεχάσεις τους τίτλους των κεφαλαίων του.

Όπως όλα σε αυτό τον κόσμο, χωρίζεται. Δεν είναι ενιαία. Περνά φάσεις. Περνάς φάσεις. Τι κι αν δεν θέλεις να το παραδεχτείς?

Μια άδεια κλινική. Σάββατο βράδυ στην εφημερία. Λίγα παλιά ρομαντικά κομμάτια στο ράδιο. Τρεις ντουζίνες ψυχές στον αέρα. Κι εσύ!

Ένα τοπίο στα γκρι. Σύννεφα πάνω από τον ουρανό του νοσοκομείου με το ένδοξο όνομα. Λευκές μπλούζες μα λείπει το χρώμα. Δεν είναι μακριά. Μα λείπει…

Χάνομαι. Χάνομαι στο άπειρο των ματιών σου. Λίγο να ξαναφέρω τα δυο σου μαργαριταρένια μάτια στη σκέψη μου, κι αμέσως ο ήχος της ψυχής σου με συναρπάζει. Παγίδα?

«Να ζεις, ν’ αγαπάς και να μαθαίνεις».

Όταν θα ξανάρθεις να είσαι εκεί. Και να μη φύγεις. Κι αν είναι για να φύγεις, να μην ξανάρθεις καν γιατί:

ηζωήπουονειρευτήκαμεείναιμιαπρότασηχωρίςκενά

κιαντηνκόψειςστημέσητοδεύτερομισόδεβγάζεικανένανόημα….

Ξέρεις πως μπορούσα να υπερβώ κατά πολύ ό,τι έκανα. Ξέρεις ότι αν ήθελα δεν θα κοιμόσουν τα βράδια.

Όμως σε σεβάστηκα. Γιατί αλλιώς δεν θα ήμουν αυτός που είμαι αλλά κάποιος άλλος. Κι αυτό δεν θα το επέτρεπα ποτέ -μα ποτέ- στον εαυτό μου.

Λευκές μπλούζες κι ας λείπει το χρώμα. Κι ας είναι και αυτό το άρωμά σου να πλανάται στον καλοκαιριάτικο αέρα…