Archive | Νοέμβριος 2012

A walk to remember

Κι ήταν κι αυτός ο καλός άνθρωπος! Σπάνια βλέπεις τόσο καλούς ανθρώπους.

Σ’ έβλεπε μ’ εκείνα τα μεγάλα μάτια και πίστευες πως ήταν όλος μια αγάπη, μια ζεστή, πατρική αγκαλιά. Μια αγκαλιά που χωρούσε μέσα της τον κόσμο ολάκερο.

Μ’ εκείνο το χιούμορ των παλιών, το αγνό αστείο, λίγο σαρκασμός και λίγο αμηχανία στο γέλιο, σε κέρδιζε κατευθείαν. Κι ας τα είχες ακούσει ξανά και ξανά. Ήταν πάντοτε το ίδιο αστεία!

Σπάνια βλέπεις τόσο καλούς ανθρώπους σήμερα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω εάν βγαίνουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι, ή οι άγγελοι εκεί πάνω λιγόστεψαν κι είπε ο Θεός να τους κρατήσει για συντροφιά του.

Έφυγε μια μέρα, έτσι απλά όπως ήρθε σε τούτο τον κόσμο. Ταπεινά, μέσα στο μεγαλείο της ψυχής που μόνο όσοι -λίγοι- τον είχαμε γνωρίσει από κοντά, ξέραμε.

Φυσούσε πολύ εκείνη τη μέρα. Θυμάσαι? Όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι φεύγουν μια μέρα που φυσάει, σάμπως να καβαλάνε κάποιο σύννεφο, μη χάσουν στιγμή να βρεθούν δίπλα στην αγάπη τους. Θυμάσαι?

Μια βόλτα είναι η ζωή. Ένας περίπατος στο περιβόλι της αγάπης, που όταν τελειώσει το μόνο που θα θυμάσαι είναι μια σταγόνα όνειρα που έκανες παιδί και μια χούφτα άμμος που «έκλεψες» εκείνο το βράδυ από τη μικρή γλάστρα με το χρυσάνθεμο. Θα ξαναπλάσεις με λάσπη τον άνθρωπο μέσα σου για να έρθουν τα κύματα να στον διαλύσουν σ’ ένα αέναο παιχνίδι εντυπώσεων. Κι όταν θα μείνεις μόνος, έρμαιο της φθοράς και του χρόνου, θα θυμάσαι το χαμόγελό του. Το όμορφο, ταπεινό εκείνο χαμόγελο που φώτιζε τη ζωή σου κάθε ένα, ήσυχο βράδυ ξεγνοιασιάς.

Νύχτες με υγρασία στην πόλη. Με υγρασία στα μάτια. Και κάπου εκεί έξω υπάρχει μια καρδιά που χτυπάει ρυθμικά, πάλλεται στη σκέψη ότι ο ηλεκτρισμός είναι αιώνιος αγγελιαφόρος του έρωτα.

Μια παύση θα κάνω, σου είπα, και δεν με πίστεψες. Μια βόλτα θα πάω, να!, εδώ γύρω και θα ξανάρθω. Κι όπως στό ‘πα, έφυγα από το σκηνικό για πάντα. Αντίο.

Τρεις λέξεις πριν κοιμηθείς

Τρεις λέξεις σκέφτομαι εδώ και χρόνια, κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ. Τρεις λέξεις μόνο και μέσα τους, το νόημα ολάκερο μιας ζωής περιδιαβαίνει τα σοκάκια του μυαλού μου αφήνοντας ίχνη θυμού.

Ο χρόνος. Εχθρός στα εύκολα, φίλος στα πολύτιμα.

Κι έπειτα ο πόνος. Βάλσαμο τις νύχτες, φάντασμα τις μέρες που κοιμάσαι με τα παράθυρα ανοιχτά.

Και στο τέλος, η λήθη. Γλυκιά, σιωπηλή και γαλήνια, σαν θάλασσα που έπεσες να βυθιστείς και χάθηκες μια μακρινή νυχτιά του Μάρτη.

Μια τέτοια μέρα, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, ο Θεός ξημέρωσε τη γη αντίστροφα. Κι έμεινε η Κυριακή ανήλια. Κι έμεινες κι εσύ εκεί να μετράς όσα δεν πρόλαβες.

Κι όμως -αλήθεια στο λέω- τα πράγματα έγιναν ακριβώς ΕΤΣΙ….

Με την αγάπη δεν μπορεί ποτέ να τα βάλει κανείς το ξέρεις?

Θυμάμαι ένα παλιό στιχάκι, πανέμορφο, που έλεγε γλυκά γλυκά «που πάει η αγάπη όταν φεύγει, γίνεται σύννεφο ή πεθαίνει…» και αφήνω το χνώτο μου στο τζάμι να νοτίσει τις αναμνήσεις που χορεύουν.

Πλησιάζει ο χειμώνας και αγγίζει απειλητικά τις καρδιές μας για μια ακόμα φορά.

Κάποτε οι άνθρωποι κουράζονται και φεύγουν. Κάποτε όλοι κουράζονται. Και φεύγουν.

Και -αλήθεια στο λέω- τα πράγματα είναι ακριβώς ΕΤΣΙ….