Archive | Ιουλίου 2013

Μην πάρεις χρήματα απ’ το χρόνο!

Κι όμως ήσουν πάντα εκεί!

Στις αμίλητες νύχτες που έπεφτα βιαστικά για ύπνο, δίχως χάδι, για να σε ονειρευτώ ξανά και ξανά. Κι ας μην το μάθαινες ποτέ.

Στις απρόσμενες φιλίες. Αυτές τις μικρές, τις αληθινές, τις σύντομες. Αυτές που γκρεμίζονται με ένα στραβό χαμόγελο, αποξενώνονται με μια απόμακρη φιλοφρόνηση ή δωροδοκούνται από το χρόνο.

Στις μικρές απολαύσεις της ημέρας. Στην πρώτη γουλιά, στον πρωινό καφέ στο χέρι, 4 δευτερόλεπτα πριν ριχτείς στη μάχη για την επιβίωση. Στις νίκες και στις ισοπαλίες αλλά ποτέ στις ήττες. Στη μουσική που σε ημέρευε και στη μουσική που σε ξεσήκωνε. Στις 12 το βράδυ. Ακριβώς. Στις 12 το βράδυ ακριβώς, κάθε βράδυ.

Κι αν τα πράγματα ζόριζαν, εσύ ήσουν πάντα εκεί. Μόνο εσένα εμπιστευόμουν, μόνο εσύ ήσουν αρκετά δυνατός για να το αλλάξεις όλο αυτό. Και τι έγινε? Τι έμεινε?

ΧΑΘΗΚΕΣ!

Χάθηκες μέσα σε όνειρα, ελπίδες και προσμονή.

Χάθηκες μέσα σε πείσματα, νάζια και μικρότητες του μυαλού σου.

Χάθηκες μέσα σε όλα όσα σε σκοτώνουν, μέρα με τη μέρα, κάθε μέρα.

Χάθηκες…

Όλα ξεκίνησαν όμορφα αν το σκεφτείς. Κεράκια στο τραπεζάκι. Μισοσκόταδο. Το χρώμα της ανάμειξης. Κρύο. Καιρός για δύο. Κι ύστερα η ζεστασιά. Αυτή που ακόμα κι αν δεν είσαι πολύ σίγουρος ότι τη θέλεις ή ότι την έχεις, είσαι αρκετά σίγουρος ότι αν σου λείψει θα το καταλάβεις. Κι όμως… ήσουν ΠΑΝΤΑ εκεί!

Χαμένοι σε αυτό το μαύρο-κόκκινο σύννεφο του πάθους, βρέθηκες ένα βράδυ στο πάτωμα να αγναντεύεις την ηδονή και τις λεπτοφυείς διαφορές της από την απόλαυση. Δε μιλούσες. Μόνο ανάσαινες. Κι εγώ μαζί σου, έβλεπα το τίποτα και δε μιλούσα. Απλά ζούσα. Γιατί η ζωή είναι το ζητούμενο. Και η εξήγηση δεν ενδιαφέρει κανέναν σε αυτή την ηλικία, παρά τα περιοδικά του συρμού και τις κυριούλες της επαρχίας.

Κι όμως, 6 μήνες μετά δεν θυμόσουν ούτε τα κεράκια στο τραπέζι, ούτε την αγάπη, ούτε το μισοσκόταδο. Και το πάτωμα το μόνο που σου θύμιζε ήταν ότι θέλει σκούπισμα (και σφουγγάρισμα, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα).

Πόσα έχασα? Πόσα έχασες? Γιατί?

Ας είναι. Όλα χάλασαν, γιατί ήσουν πάντα εκεί. Κι εσύ, απλά έλειπες! Κι ας με κοιτούσες κατάματα. Έλειπες…