Archive | Αύγουστος 2013

Παλιά γεμάτη τσέπη

Είναι και κάποιες μέρες, τόσο μα τόσο αδιάφορες και ‘λίγες’, που τίποτα και κανείς να μην δείχνει να μπορεί να τις κάνει κάπως πιο ενδιαφέρουσες, να τους προσδώσει λίγο χρώμα.

Έρχονται και φεύγουν σαν να μην μας θέλουν και σαν να μην τις θέλουμε κι εμείς. Αδιάφορες σαν βλέμματα. Πιο αδιάφορες κι από «το πρώτο r στο Marlboro»…

Κάτι τέτοιες μέρες που δεν φέρνουν νύχτες αλλά αϋπνία και ταραχή, σε πιάνουν διλήμματα που καλά θα έκανες να τα ξεχάσεις:

‘Πόσο χρονών σταμάτησε ο χρόνος? Πότε σταμάτησε ο χρόνος? Και ποιος είναι αυτός ο χρόνος που σταματάει χωρίς να σε ρωτήσει?’

Μια πόλη δίχως δρόμους κι ένα ξεχασμένο καφέ στο γνωστό σημείο. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό ή το ακούς πρώτη φορά τάχα? Μια πόλη που δεν θα μπορείς να βρίσκεις κανένα και κανείς δεν θα μπορεί να σε βρει. Μια πόλη υποτιθέμενης μοναξιάς. Ένα καφέ που πας για να μείνεις και να ακούσεις το πιάνο της καρδιάς σου, όποιο ρυθμό και αν παίζει. Μια κίνηση στο δρόμο, μόνον από πεζούς. Νέοι σαν οχλοβοή, γέροι σαν χαμογελαστά απομεινάρια. Και παιδιά. Παντού παιδιά με γεμάτες τσέπες.

Το πολυτιμότερο αγαθό σε αυτόν τον κόσμο αδελφέ μου είναι ο χρόνος. Και μάλιστα όχι ο χρόνος που ξόδεψες εν γνώσει σου αλλά αυτός που έχασες χωρίς αντάλλαγμα, αυτός που γλίστρησε μπρος στα μάτια σου και χάθηκε στο μισοσκόταδο της λήθης αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι αν τελικά οδηγείς εσύ τη ζωή σου ή κάποιο αόρατο χέρι σε έχει πάρει και σε κουνάει σαν μαριονέτα, λέγοντάς σου γλυκόλογα για να μην αντιδράς. Και σου τρώει την ψυχή…!

Την πρώτη φορά μπήκες κάπως διστακτικά μέσα. Σε παρέσυραν όμως οι ήχοι, τα γέλια και οι φωνές και δεν άργησες να βρεις τη δική σου γωνιά εκεί μέσα. Γρήγορα βρήκες και παρέα. Σύντομα άρχισες να πηγαίνεις με την παρέα σου, όλο και πιο συχνά. Περνούσες όμορφα εκεί. Περνούσε όμορφα και ο χρόνος σου εκεί, αν και γρήγορα! Κάποια μέρα, το σκέφτηκες έτσι για πλάκα αλλά από τότε το θυμάσαι πάντοτε, κατάλαβες πως θα μπορούσες να περάσεις όλη σου τη ζωή εκεί μέσα, σε εκείνο το μικρό καφέ, και να βγεις ένα δειλινό γέρος και ευτυχισμένος να πάς στο σπίτι σου να ξεκουραστείς. Και αυτό όχι γιατί είχε κάτι που να σου άρεζε απίστευτα πολύ. Απλά γιατί δεν είχε τίποτα που να σε χαλάει, τίποτα που να σου σκοτώνει το χρόνο. Κάθε στιγμή και χαμόγελο, κάθε ατάκα και λογοπαίγνιο. Μια ζωή χαράς. Ένα όνειρο μετριότητας, ένα κάλεσμα για κερδισμένο χρόνο!

Όσες ταινίες και να έχω δει, οι κλέφτες τη λεία στο τέλος την μοιράζονται. Μα δίκαια, μα άνισα, τη μοιράζονται! Αυτό θέλω κι εγώ, μια καλή ληστεία και να πάμε να μοιραστούμε τη λεία μας. Τι λές κι εσύ?

Καθόμασταν θυμάμαι ολοτρόγυρα και λέγαμε χαζομάρες. Χαζομάρες μέχρι τελικής πτώσεως. Επί ώρες. Περνούσαν δεν περνούσαν, εμείς εκεί! Κάθε λεπτομέρεια σημαντική, κάθε λέξη βαριά. Κοιτούσαμε τις τσέπες μας για ψιλά, να πληρώσουμε τον καφέ. Μόνο αυτόν, τίποτα άλλο. Και οι τσέπες μας, δόξα τω Θεώ!, ήταν πάντοτε γεμάτες. Κι ας μην είχαμε χρήματα, κι ας πίναμε τον καφέ μας κερασμένο.

Πόσα έχεις στην τσέπη σου σήμερα φίλε? Πες τώρα! Αλλά πες αλήθεια…