Παλιά γεμάτη τσέπη

Είναι και κάποιες μέρες, τόσο μα τόσο αδιάφορες και ‘λίγες’, που τίποτα και κανείς να μην δείχνει να μπορεί να τις κάνει κάπως πιο ενδιαφέρουσες, να τους προσδώσει λίγο χρώμα.

Έρχονται και φεύγουν σαν να μην μας θέλουν και σαν να μην τις θέλουμε κι εμείς. Αδιάφορες σαν βλέμματα. Πιο αδιάφορες κι από «το πρώτο r στο Marlboro»…

Κάτι τέτοιες μέρες που δεν φέρνουν νύχτες αλλά αϋπνία και ταραχή, σε πιάνουν διλήμματα που καλά θα έκανες να τα ξεχάσεις:

‘Πόσο χρονών σταμάτησε ο χρόνος? Πότε σταμάτησε ο χρόνος? Και ποιος είναι αυτός ο χρόνος που σταματάει χωρίς να σε ρωτήσει?’

Μια πόλη δίχως δρόμους κι ένα ξεχασμένο καφέ στο γνωστό σημείο. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό ή το ακούς πρώτη φορά τάχα? Μια πόλη που δεν θα μπορείς να βρίσκεις κανένα και κανείς δεν θα μπορεί να σε βρει. Μια πόλη υποτιθέμενης μοναξιάς. Ένα καφέ που πας για να μείνεις και να ακούσεις το πιάνο της καρδιάς σου, όποιο ρυθμό και αν παίζει. Μια κίνηση στο δρόμο, μόνον από πεζούς. Νέοι σαν οχλοβοή, γέροι σαν χαμογελαστά απομεινάρια. Και παιδιά. Παντού παιδιά με γεμάτες τσέπες.

Το πολυτιμότερο αγαθό σε αυτόν τον κόσμο αδελφέ μου είναι ο χρόνος. Και μάλιστα όχι ο χρόνος που ξόδεψες εν γνώσει σου αλλά αυτός που έχασες χωρίς αντάλλαγμα, αυτός που γλίστρησε μπρος στα μάτια σου και χάθηκε στο μισοσκόταδο της λήθης αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι αν τελικά οδηγείς εσύ τη ζωή σου ή κάποιο αόρατο χέρι σε έχει πάρει και σε κουνάει σαν μαριονέτα, λέγοντάς σου γλυκόλογα για να μην αντιδράς. Και σου τρώει την ψυχή…!

Την πρώτη φορά μπήκες κάπως διστακτικά μέσα. Σε παρέσυραν όμως οι ήχοι, τα γέλια και οι φωνές και δεν άργησες να βρεις τη δική σου γωνιά εκεί μέσα. Γρήγορα βρήκες και παρέα. Σύντομα άρχισες να πηγαίνεις με την παρέα σου, όλο και πιο συχνά. Περνούσες όμορφα εκεί. Περνούσε όμορφα και ο χρόνος σου εκεί, αν και γρήγορα! Κάποια μέρα, το σκέφτηκες έτσι για πλάκα αλλά από τότε το θυμάσαι πάντοτε, κατάλαβες πως θα μπορούσες να περάσεις όλη σου τη ζωή εκεί μέσα, σε εκείνο το μικρό καφέ, και να βγεις ένα δειλινό γέρος και ευτυχισμένος να πάς στο σπίτι σου να ξεκουραστείς. Και αυτό όχι γιατί είχε κάτι που να σου άρεζε απίστευτα πολύ. Απλά γιατί δεν είχε τίποτα που να σε χαλάει, τίποτα που να σου σκοτώνει το χρόνο. Κάθε στιγμή και χαμόγελο, κάθε ατάκα και λογοπαίγνιο. Μια ζωή χαράς. Ένα όνειρο μετριότητας, ένα κάλεσμα για κερδισμένο χρόνο!

Όσες ταινίες και να έχω δει, οι κλέφτες τη λεία στο τέλος την μοιράζονται. Μα δίκαια, μα άνισα, τη μοιράζονται! Αυτό θέλω κι εγώ, μια καλή ληστεία και να πάμε να μοιραστούμε τη λεία μας. Τι λές κι εσύ?

Καθόμασταν θυμάμαι ολοτρόγυρα και λέγαμε χαζομάρες. Χαζομάρες μέχρι τελικής πτώσεως. Επί ώρες. Περνούσαν δεν περνούσαν, εμείς εκεί! Κάθε λεπτομέρεια σημαντική, κάθε λέξη βαριά. Κοιτούσαμε τις τσέπες μας για ψιλά, να πληρώσουμε τον καφέ. Μόνο αυτόν, τίποτα άλλο. Και οι τσέπες μας, δόξα τω Θεώ!, ήταν πάντοτε γεμάτες. Κι ας μην είχαμε χρήματα, κι ας πίναμε τον καφέ μας κερασμένο.

Πόσα έχεις στην τσέπη σου σήμερα φίλε? Πες τώρα! Αλλά πες αλήθεια…

 

 

 

Μην πάρεις χρήματα απ’ το χρόνο!

Κι όμως ήσουν πάντα εκεί!

Στις αμίλητες νύχτες που έπεφτα βιαστικά για ύπνο, δίχως χάδι, για να σε ονειρευτώ ξανά και ξανά. Κι ας μην το μάθαινες ποτέ.

Στις απρόσμενες φιλίες. Αυτές τις μικρές, τις αληθινές, τις σύντομες. Αυτές που γκρεμίζονται με ένα στραβό χαμόγελο, αποξενώνονται με μια απόμακρη φιλοφρόνηση ή δωροδοκούνται από το χρόνο.

Στις μικρές απολαύσεις της ημέρας. Στην πρώτη γουλιά, στον πρωινό καφέ στο χέρι, 4 δευτερόλεπτα πριν ριχτείς στη μάχη για την επιβίωση. Στις νίκες και στις ισοπαλίες αλλά ποτέ στις ήττες. Στη μουσική που σε ημέρευε και στη μουσική που σε ξεσήκωνε. Στις 12 το βράδυ. Ακριβώς. Στις 12 το βράδυ ακριβώς, κάθε βράδυ.

Κι αν τα πράγματα ζόριζαν, εσύ ήσουν πάντα εκεί. Μόνο εσένα εμπιστευόμουν, μόνο εσύ ήσουν αρκετά δυνατός για να το αλλάξεις όλο αυτό. Και τι έγινε? Τι έμεινε?

ΧΑΘΗΚΕΣ!

Χάθηκες μέσα σε όνειρα, ελπίδες και προσμονή.

Χάθηκες μέσα σε πείσματα, νάζια και μικρότητες του μυαλού σου.

Χάθηκες μέσα σε όλα όσα σε σκοτώνουν, μέρα με τη μέρα, κάθε μέρα.

Χάθηκες…

Όλα ξεκίνησαν όμορφα αν το σκεφτείς. Κεράκια στο τραπεζάκι. Μισοσκόταδο. Το χρώμα της ανάμειξης. Κρύο. Καιρός για δύο. Κι ύστερα η ζεστασιά. Αυτή που ακόμα κι αν δεν είσαι πολύ σίγουρος ότι τη θέλεις ή ότι την έχεις, είσαι αρκετά σίγουρος ότι αν σου λείψει θα το καταλάβεις. Κι όμως… ήσουν ΠΑΝΤΑ εκεί!

Χαμένοι σε αυτό το μαύρο-κόκκινο σύννεφο του πάθους, βρέθηκες ένα βράδυ στο πάτωμα να αγναντεύεις την ηδονή και τις λεπτοφυείς διαφορές της από την απόλαυση. Δε μιλούσες. Μόνο ανάσαινες. Κι εγώ μαζί σου, έβλεπα το τίποτα και δε μιλούσα. Απλά ζούσα. Γιατί η ζωή είναι το ζητούμενο. Και η εξήγηση δεν ενδιαφέρει κανέναν σε αυτή την ηλικία, παρά τα περιοδικά του συρμού και τις κυριούλες της επαρχίας.

Κι όμως, 6 μήνες μετά δεν θυμόσουν ούτε τα κεράκια στο τραπέζι, ούτε την αγάπη, ούτε το μισοσκόταδο. Και το πάτωμα το μόνο που σου θύμιζε ήταν ότι θέλει σκούπισμα (και σφουγγάρισμα, αλλά ας μην το κάνουμε θέμα).

Πόσα έχασα? Πόσα έχασες? Γιατί?

Ας είναι. Όλα χάλασαν, γιατί ήσουν πάντα εκεί. Κι εσύ, απλά έλειπες! Κι ας με κοιτούσες κατάματα. Έλειπες…

Καλημέρα

Είναι κι αυτή η αίσθηση ότι σου αρέσει να κρέμεσαι, να αιωρείσαι. Πιασμένος από ένα χέρι που κοιτάς ψηλά και το βλέπεις -σαν άνθρωπος προς Θεό- με δέος και υποταγή, χάνεσαι και ξοδεύεσαι στην ορμή της ημέρας. Και σου αρέσει.

Εγωισμός. Κομμάτι της υποταγής, κομμάτι της κυριαρχίας. Είσαι εσύ άραγε ο κυρίαρχος σε αυτό το παιχνίδι? Ή για ακόμα μία φορά το ένστικτό σου λάθεψε?

«Δεν θα σε περιμένω για πάντα». Δεν το είπες ποτέ, το εννοούσες πάντα.

Σάββατο. Σάββατο πρωί. Ηλιόλουστο πρωινό Σαββάτου. Καλοκαιρινό ηλιόλουστο πρωινό Σαββάτου. Και μπορώ να το κάνω ακόμα καλύτερο. Τόσο όσο χρειάζεται για να καταλάβεις τι εννοώ.

Είναι ο χρόνος που πέρασε? Είναι τα μεσημέρια που δεν ήρθαν? Ό,τι και να είναι, η ιστορία κυλάει και μόνη της. Πολλές φορές καλύτερα…

Φεύγω. Καφές στην παραλία, ψώνια στο κέντρο, μεγαααααάλη βόλτα και νεαρόκοσμος που χαμογελά ασταμάτητα. Καλημέρα.

 

 

 

 

Η φωνή του ανέμου

Όλα τα στοιχεία της φύσης μιλάνε ξέρεις. Η φωτιά φωνάζει. Το νερό τραγουδάει. Η γη μιλάει. Κι ο αέρας ψιθυρίζει…

Σκεφτόμουν μόλις χτες, τι να είναι αυτό που κάνει τη ζωή μας -όσο μεγαλώνουμε και ξεφεύγουμε από το ιδεατό που είχαμε προσχεδιάσει για την αφεντιά μας- το ίδιο όμορφη με την περίοδο εκείνη στην οποία κάναμε ακόμη όνειρα. Κι όταν λέμε όνειρα εννοούμε όνειρα και όχι σχέδια.

Γλυκιά καθώς πέφτει η νύχτα, θυμάμαι πόσα αστέρια είχε ο ουρανός τη μέρα που ο χρόνος στάθηκε για λίγο, ίσα ίσα να ανταμώσει ελάχιστα με την αύρα της ψυχής μου και να συνεχίσει το μακρύ του ταξίδι στο διηνεκές. Μου έγνεφε το μέλλον, μυστηριώδες κι αποκαμωμένο, σαν να ήθελε κάτι να μου πει. Κι όταν αφουγκράστηκα, δεν έβγαινε φωνή από πουθενά. Μόνο ένας άνεμος, ζεστός και περιποιητικός, ψιθύριζε επίμονα στα αυτιά μου: «τρέξε…, τρέξε…, ΤΡΕΞΕ!».

Πες η προστακτική, πες ο ανανεωτικός αέρας που απέπνεε καθετί που ήταν μοναδικό στην ηλικία που ακόμα έχεις δει πολύ λίγα, υπάκουσα. Κι έτρεξα.

Κι έτσι γίνεται πάντοτε, να το ξέρεις αυτό φίλε μου, ΠΑΝΤΟΤΕ, ξυπνάς μια μέρα και νιώθεις ότι έχεις τρέξει πολύ, ΠΑΡΑ πολύ, ότι τα έχεις ζήσει όλα.

Ότι τίποτα πια δε σε γεμίζει. Ότι τίποτα δεν έχει τη νιότη που κάποτε σε μάγευε. Κι ότι απλά δεν θέλεις να ξαναμπείς στη διαδικασία.

Να είναι ο κορεσμός? Να είναι η επανάληψη? Να είναι η ‘στέρηση της στέρησης’?

Ότι και να είναι, έρχεται αργά ή γρήγορα η ώρα και η στιγμή που θα βλέπεις ένα πρόσωπο, ένα αντικείμενο, μια κατάσταση και δεν θα σου κάνει καμία εντύπωση.

Όχι κακή εντύπωση. ΚΑΜΙΑ εντύπωση.

Ένα έγχρωμο πανί-αφίσα με τη φάτσα του Bruce Lee. Αυτό ακριβώς! Αυτό σκεφτόμουν πάντα ότι θέλω να βλέπω στο χώρο μου. Κι έλεγα πάντοτε παιδί, πως μόλις βρω το δικό μου χώρο, το πρώτο που θα κάνω θα είναι αυτό, να κρεμάσω μια τέτοια αφίσα στο δωμάτιό μου. Από τότε έχω αλλάξει τουλάχιστον 5 σπίτια, άλλα τόσα δωμάτια. Ποτέ δεν είχα κανέναν περιορισμό για να το κάνω. Ποτέ δεν το έκανα…

Να φταίνε τα δωμάτια που είχαν όλα διαφορετικό «χαρακτήρα» και δεν ανέχονταν μια οργισμένη (κίτρινη) φάτσα για ντεκόρ? Μπα.

Να φταίει ο Bruce Lee που ξεθώριασε κάπως στη μνήμη μου στο διάβα του χρόνου? Δύσκολο.

Να φταίει εκείνο το «τρέξε», που με έκανε να τρέχω σε όλα και να ξεχνάω να κάνω τα ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ? Μάλλον.

Μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο μεγαλώνω. Κι ωριμάζω. Και διαβάζω, και μαθαίνω, και κάνω όλα αυτά που πάντα έλεγα ότι δεν θα κάνω και γίνομαι σαν όλους εκείνους που έλεγα ότι δεν θέλω να μοιάσω.

Ξέρεις κάτι? Το πήρα απόφαση. Δεν θέλω να ‘ξαναμεγαλώσω με το γιο μου’. Δε θέλω να ξαναμεγαλώσω γενικά. Δε θέλω καν να μεγαλώσω…

Για το όνειρο

Κάποια βράδια, ο μόνος αληθινός σου φόβος επιστρέφει ξανά και ξανά για να πάρει εκδίκηση που τον εξόρισες στο υπερπέραν κι ακόμα μακρύτερα. Σαν αεράκι που τρυπώνει από την ανακλινόμενη μπαλκονόπορτα, οι λευκές αναμνήσεις του τίποτα και του ποτέ ξεπηδούν και θεριεύουν μπρος στις σκέψεις σου: ΝΥΧΤΑ.

Τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να ερωτεύονται και τι είναι αυτό που τους φέρνει κάθε φορά ένα μικρό βήμα πιο κοντά? Τα μάτια σου αρνήθηκαν αυτή τη συμπαιγνία και αυτομόλησαν στη λήθη. Σαν πόσο να άντεχαν δηλαδή? Μετράει ο πόνος τις ώρες? Ποτέ. Λυπάται η μνήμη τις λέξεις? Ποτέ….

Όσες φορές και αν το σκεφτώ και το ξανασκεφτώ, πιστεύω ότι έχω δίκαιο. Το δίκαιο όμως είναι να μιλάς μόνο για καλό, για το κοινό καλό.

Α ναι? Κι όμως φίλε μου, υπάρχει το «δίκαιο για τους ανθρώπους» και το «δίκαιο για το δίκαιο» και το ξέρεις πολύ καλά αυτό, μιας και από ότι θυμάμαι επισκέπτεσαι συχνά το blog και διαβάζεις παλιά κείμενα, με την ίδια ευκολία που προφέρεις το όνομά σου σε κάθε σου όνειρο, σε κάθε εφιάλτη από αυτούς που σε κάνουν να τρίζεις τα δόντια σου.

Όλοι θέλουν να τους παίρνουν στα σοβαρά, ξέρεις. Απλά αυτό το «σοβαρά», έχει μια κακιά συνήθεια να ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως. Από τότε που επινοήθηκε η έννοια της αυθεντίας, οι γυναίκες πήραν εργολαβία τη σοβαρότητα της σχέσης τους κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι οικολόγοι πήραν παραμάσχαλα τη διάσωση της κουτσής ακρίδας του Νείλου: δηλαδή ΦΑΝΑΤΙΚΑ!

Τι ακριβώς όμως ονομάζουμε «κλασσικό» στην αγάπη? Και γιατί τον ορισμό τον δίνεις πάντοτε εσύ? Μήπως είσαι αυθεντία και δεν το ξέρεις?

Η αγάπη είναι γυναίκα, και ως γυναίκα θα πρέπει να είναι ωραία. Ωραία επί λέξη θα πει «αυτή που είναι στη ‘σωστή’ της ώρα». Μια νεαρή γυναίκα είναι μια ωραία γυναίκα, ανεξαρτήτως εμφάνισης, ένδυσης ή βαψίματος. Και μια νεαρή αγάπη είναι μια ωραία αγάπη, κι αν ακόμη έχει καυγαδάκια, κι αν έχει θυμό, κλάμα ή πίκρα στα χείλη.

Τα λόγια είναι «έπεα πτερόεντα», δε στοιχειοθετούν συναίσθημα, πολλές φορές δεν υποσημαίνουν καν «συμμετοχή». Και το μέλλον, βλέπεις κι εσύ, διαφαίνεται ξεκάθαρο. Klar.

Βία? Χρόνος? Ανασφάλεια? Μα…, τίποτα από αυτά δεν είναι κλασσικό σε μια κλασσική αγάπη. Τι αγάπη θέλεις αλήθεια? Διαστημική? Γύρνα μισό λεπτό να φορέσω το σκάφανδρό μου…

Κάποιοι άνθρωποι ζούνε ακόμα για το όνειρο. Εντάξει, όχι το όνειρο ούτε με το όνειρο. Αλλά για το όνειρο. Έτσι απλά, έτσι διακριτικά.

«Γράφοντας ξορκίζεις τούτο το δαίμονα, αγόρι μου…». Λόγια που δε θα ξεχάσω ποτέ, γιατί πολύ απλά, κανένας, ποτέ δεν μου τα είπε.

Μετάβαση

Λατρεύω αυτή την ώρα της ημέρας που ο ουρανός μπερδεύεται και δεν ξέρει τι να κάνει με τα χρώματά του, τα δροσερά αυτά απογεύματα του Μαΐου που ο ήλιος βασανίζει τον άνεμο στα ανοιχτά παραθυρόφυλλα της ψυχής σου. Βρίσκει χώρο και τρυπώνει η αμφιβολία στο κάδρο της βόλεψης. Και παίρνει χρώματα από την παλέτα του μυαλού σου και βάφει το σκηνικό με καχυποψία, άρνηση και ενοχές. Και είσαι εσύ εγώ κι εγώ εσύ, όπως τότε που τα κύματα ηχούσαν με όλη τους τη δύναμη στα βράχια του μυαλού σου, σιγοψιθυρίζοντάς σου: «ΖΗΣΕ!»

Όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα, πίσω ή μπρος, στο τώρα ή στο ποτέ, η ίδια πάντα ερώτηση θα σε ακολουθεί. Τάχα να ξέχασε η υποκρισία να βάλει το καπέλο της βγαίνοντας από την πόρτα. Τάχα όλοι οι άνθρωποι του πλανήτη αυτού να σε κυνηγούν με τα γραπτά και τα λεγόμενά τους. Τάχα να γράφτηκαν τα λόγια σου στο χιόνι και να μην αγάπησες τη χιονοθύελλα που έπεσε στην αλαβάστρινη ψυχή σου?

Οι ζωές των ανθρώπων, χαρταετοί στη δίνη του έρωτα, μπλέκουν τα σχοινιά τους που και που. Και μπλέκονται, και ταξιδεύουν μαζί, άλλοτε ανεβαίνουν ψηλότερα και άλλοτε κατεβαίνουν πολύ χαμηλότερα. Και κάποιες φορές, δεν χρειάζεται να το κρύβουμε πια, ΠΕΦΤΟΥΝ! Και όσο ψηλότερα είχαν φτάσει, τόσο πιο βαρύγδουπο θα είναι το χτύπημά τους πέφτοντας. Ας είναι…

Κάναμε όλα αυτά που θα μπορούσαμε λες? Εξαντλήσαμε τα περιθώρια? Ήμασταν αυτοί που πρέπει με τον εαυτό μας? Ή την κρίσιμη στιγμή απλά… πετούσαμε χαρταετό?

Όνειρα-ανάσες, ματιές-βελούδο, χαμόγελα-φιλιά. Βάλε τα όλα σε μια ματ επιφάνεια και ξαναδές τας. Ποιο γυαλίζει περισσότερο?

Θέλω να διαβάσω όλο τον κόσμο. Θέλω να γυρίσω όλα μου τα όνειρα, κάθε σοκάκι λεπτό προς λεπτό. Θέλω να αγαπήσω ξανά και ξανά και ξανά, σαν να ήταν η πρώτη φορά, μέχρι τα βαθιά μου γεράματα. Θέλω.

Μήπως, λέω μήπως, κάπου στο διάμεσο χάνουμε την ουσία? Και αν η ουσία είναι η θλιβερή δικαιοσύνη, τι σκοτίζεσαι?

Να χαίρεσαι που ζεις. Γιατί η ζωή είναι χαρά από μόνη της. Γιατί η ζωή είσαι εσύ ο ίδιος!

Δες

Θόρυβος. Μόνος μέσα στο σκοτάδι και η βοή του δρόμου να νανουρίζει τις αισθήσεις μου. Θα μπορούσα και να κοιμηθώ εδώ, έτσι ακριβώς όπως είμαι. Τα φώτα της πόλης κιτρινίζουν το μυαλό μου και όλα μπερδεύονται αποπνικτικά σε ένα αναπάντεχο ταξίδι στην παράνοια του τίποτα.

Που και που περνάνε περαστικοί και με κοιτάνε. «Κοιμάται». Ποιος νοιάζεται? «Κλαίει». Γελοίος. «Πρεζάκι». Αμάν πια μ’ αυτούς…

Σαν μανδύας η νύχτα, σκεπάζει την ψυχή μου να μην κρυώσει. Και είναι αρχή ακόμα καλοκαιριού. Πόσο ακόμα?

Ένα λεπτό νήμα ενώνει το σήμερα με το πάντα.  4.00 π.μ.

Στο ράδιο σιγή, λίγα παράσιτα, κι έπειτα ήχος, από αυτούς που ποτέ δεν θυμάσαι.

– «Όλα γίνονται για το χρήμα, φίλε μου. Μια μέρα θα το καταλάβεις»

– «Τη μέρα που θα το καταλάβω…»

– «Ναι…»

– «Πυροβόλα με σε παρακαλώ!»

Η αγάπη είναι ένα γρανάζι, μέσα στο ρολόι της ζωής. Γυρίζει συνεχώς, δε σταματά. Το άκουσες αυτό? Δε σταματά. Ποτέ. Σαν τη ζωή κι αυτό, ήρθε και θα πεθάνει μαζί σου.

Δες! Πάρε μια φορά τα μάτια μου και δες. Δες αληθινά. Δες όσα δεν είδες μέχρι τώρα. Έκανες τόσο καιρό να με βρεις και τώρα φοβάσαι?

Γιατί? Οι αγάπες αλλάζουν χέρια ή τα χέρια αλλάζουν αγάπες? Έμαθες ή ακόμα ταξιδεύεις?

Αν ήμουν κάποιος άλλος θα σε μισούσα. Κι αν δεν ήμουν αυτός που είμαι, θα σε λάτρευα. Μα η αγάπη είναι τυφλή. Δες…