Archive | Οκτώβριος 2010

Ο άνθρωπος που άφησα πίσω

Σήμερα πήγα μια βόλτα μέσα στη βροχή. Μια μικρή βόλτα με τον άνθρωπο που άφησα πίσω. Ήταν σπουδαία ευκαιρία. Έβρεχε τόσο πολύ που σχεδόν δεν ακούγαμε τι λέγαμε. Μόνο χαμογελούσαμε, για να μην στάξει καμιά σταγόνα βροχής επάνω στα μάγουλά μας και νομίσει κανείς περαστικός ότι κλαίμε! Ναι, φάγαμε πολύ βροχή. Αλλά ήταν σπουδαία ευκαιρία.

Μερικά πράγματα σ’ αυτή τη ζωή είναι φτιαγμένα για να επιβιώνουν. Έτσι λέω εγώ. Έτσι λέει και ένας φίλος μου καλός. Ήμασταν μια μέρα καθισμένοι στο γνωστό παγκάκι, με δυο μπύρες αγκαλιά, και τα λέγαμε. «Τελικά…», μου λέει, «ποτέ δεν θα μάθουμε τι είναι αυτό που παθαίνουν οι άνθρωποι. Ποια δύναμη κυβερνά τις ζωές τους? Τι τους ελέγχει?».

Μπορώ να ζήσω για χρόνια στο σκοτάδι ξέρεις. Θα σου πω και την επιστημονική εξήγηση γι’ αυτό, είμαι ξάδερφος του Batman. Το να κρύβομαι στην αφάνεια είναι ένα από τα βασικά μου χαρακτηριστικά! Δεν είναι ευχάριστο, ξέρω. Αλλά μπορώ! Κι αυτό νομίζω είναι κάτι σπουδαίο.

Δεν σου τελείωσα! Μιλήσαμε πολύ ώρα με τον άνθρωπο που άφησα πίσω. «Που και που μάθαινα νέα σου ξέρεις φίλε μου», του είπα. «Περνούσαν διάφοροι και μου λέγανε για σένα. Για το που βρίσκεσαι, πως ζεις. Μου λέγανε και για μένα, με ρωτούσαν. Αλλά περισσότερο για σένα. Μάλλον ήσουν πάντα εδώ γι’ αυτούς. Μάλλον σε είχαν συνηθίσει εδώ γύρω. Καλά είσαι?».

Δεν βλέπεις τίποτα υποθέτω. Κρύβεσαι στις μικρές λέξεις. Στις μικρές ώρες. Κι όμως! Έζησες τόσο καιρό αλλού, σαν να ήσουν δίπλα μου. Άφθαρτα. Δεν ξέρω τι σημαίνει αυτό. Ξέρω όμως να αναγνωρίζω αυτά που δεν μ’ αρέσουν. Και δεν τα είδα.

Έχει πλάκα το μήνυμα αυτό ξέρεις. Στέλνεις μια απόστροφο παραπάνω και αλλάζεις όλο το νόημα. Γίνεται? Γίνεται! Κάνεις ακόμα παιχνίδια έτσι? Δεν πιστεύω να άρχισες να παρεξηγείσαι? Δεν πιστεύω να γέρασες….?

Σήμερα πήγα μια μικρή βόλτα στη βροχή με τον άνθρωπο που άφησα πίσω. Όλο το νερό έπεσε πάνω του και τον ξέπλυνε. Και τότε είδα ξεκάθαρα μπροστά στα μάτια μου, πιο φανερά από κάθε άλλη φορά, πως αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν ποτέ, μα ποτέ πίσω μου! Ποτέ όμως…

 

 

Στρατός σκέψεων

Ώρα 6.10 το πρωί. Μόνος στο τεράστιο μπάνιο του λόχου. Προσπαθώ να ξυριστώ, ακούγοντας διάφορα, σκεπτόμενος αδιάφορα. Δεν δίνω σημασία. Σε τίποτα. Αν έδινα, τίποτα δεν θα ήταν ίδιο. Αν έδινα, θα ήμουν άλλος.

Κλειστά τα μάτια, κλειστή και η ψυχή. Κάποτε υπήρχαν ήχοι σε αυτό το δωμάτιο. Κάποτε άκουγα το χτύπο της καρδιάς σου πάνω στη δική μου. Οι στάλες της βροχής πέφτουν γρήγορα. Σαν μέρες που κυλούν, πανομοιότυπες η μία πίσω από την άλλη, ψάχνω να βρω τι είναι αυτό που με κρατάει τόσο καιρό καρφωμένο στο ίδιο ακριβώς σημείο από το οποίο ξεκίνησα. Αν μπορούσες να πεις με βεβαιότητα ότι κάθε πατημασιά είναι και ένα βήμα, τότε έχω κάνει δύο βήματα όλα κι όλα στη ζωή μου. Ένα για κάθε πόδι μου!

Ο καψιμιτζής άνοιξε δειλά δειλά το ραδιόφωνο. Σ’ αυτή την πεταμένη γωνιά ελληνικής γης, λίγες νότες είναι σπάνια πολυτέλεια για την ασχήμια του τόπου τούτου. Ένα τραγούδι που το ερωτεύτηκα από την πρώτη κιόλας στιγμή. Κύλησε το ξυράφι στο πρόσωπό μου, κύλησε και η σκέψη μου στα μονοπάτια της μνήμης. Θα ήθελα τόσο πολύ να σε δω! Έστω και για λίγο. Όμως και την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε στο τηλέφωνο, θα το παίξω άνετος. Θα προσποιηθώ πως όλα είναι μια χαρά. Και πως γρήγορα θα τελειώσει κι αυτό το χακί βάσανο.

Μίλησες κι εσύ με τη σιωπή? Ήπιες κι εσύ τον καφέ σου μόνη? Μήπως με ξέχασες?

Τόσες φορές το έχουμε συζητήσει στο παρελθόν, τόσες φορές σου το έχω πει. Κι όμως δεν το θυμάσαι! Το πιο ανεκτίμητο αγαθό σε αυτόν τον κόσμο, είναι οι στιγμές. Όχι αυτές που έζησες αλλά αυτές που δεν πρόλαβες να ζήσεις. Είναι ο πόθος, είναι ο νόστος, είναι ο έρωτας! Μακάρι αυτές μου οι σκέψεις να μπορούσαν να ταξιδέψουν τόσα χιλιόμετρα μακριά, να μην δειλιάσουν, να φτάσουν σαν ένα καλογραμμένο γράμμα μπροστά στα μάτια σου να τις διαβάσεις. Ίσως τότε να ήξερες πόσο πολύ μου λείπεις. Πόσο πολύ θέλω να γυρίσω και να είναι όλα ΑΚΡΙΒΩΣ όπως τα άφησα.

Δεν υπάρχει μια σκέψη σε αυτό το συναγερμό του μυαλού μου. Υπάρχει ένας ολόκληρος στρατός σκέψεων! Πότε επιτέλους…? Γιατί…? Γιατί όχι…? Θα μπορέσουμε…? Πως θα γίνει…? Μήπως να το κάναμε κάπως αλλιώς…? Εσύ πως είσαι…? Τι κάνεις…? Μήπως να το ξεχνούσαμε…? Ή να το συζητούσαμε…?

Μήπως…, μήπως…., μήπως με ξέχασες?

«Η χελώνα που φέρνει το απολυτήριό σας από την Κίνα, δεν γεννήθηκε ακόμα…». Αυτό το χαζό, πλην έξυπνο, λογοπαίγνιο μου ερχόταν στο νου κάθε φορά που σκεφτόμουν τη μέρα που θα είμαι πάλι σε θέση να πάρω το λεωφορείο του γυρισμού. Και κάθε λεπτό που περνούσε ήταν ένα βήμα προς την ελευθερία και τη δικαίωση. Ή μήπως όχι?

Ένας στρατός από σκέψεις κρύβεται μέσα στο μυαλό μου κάθε στιγμή. Ο εγκέφαλός μου, αυτός ο μικρός φτωχοδιάβολος, δεν θα με αφήσει ούτε στιγμή να ησυχάσω. Πάντα θα σκέφτεται κάτι, μέχρι να του πει η καρδιά πότε να σταματήσει. Μέχρι τότε όμως θα με βομβαρδίζει με σκέψεις!

Αν μπορούσες να αλλάξεις κάτι στο σκηνικό τι θα άλλαζες?

Το χρώμα του νιπτήρα? Λευκό!

Το άρωμα στην ψυχή μου? Νόστος!

Το γέλιο σου? Ελπιδοφόρο.

Τι θα άλλαζες?

Καλημέρα και σε σένα!

 

Σταγόνα αγάπης

«Τίποτα! Δεν σημαίνει τίποτα αυτό που λες για μένα. Απολύτως τίποτα!». Κοίταξα τα ψυχρά, πράσινα μάτια της και είδα την αλήθεια κατάματα. Έδειχνε να το πιστεύει. Μα πως ήταν δυνατό κάτι τέτοιο? Πως μπορεί να πίστευε κάτι τέτοιο? Το έλεγε επειδή το πίστευε ή επειδή ήθελε να το πιστέψει?

Τι να αξίζει άραγε αληθινά σε αυτή τη ζωή? Χρόνο με το χρόνο, μέρα με τη μέρα, μαθαίνουμε συνεχώς καινούργια πράγματα. Γινόμαστε κοινωνοί γνώσεων, εμπειριών, καταστάσεων που περνούν και χάνονται μέσα σε λίγο διάστημα, σαν πεφταστέρια σε νυχτερινό ουρανό ή, σπανιότερα, σαν φωτεινά σημάδια που μένουν και φεγγοβολούνε ανελλιπώς πάνω από την κάμαρά μας κάθε βράδυ, περιμένοντας υπομονετικά να τους ρίξουμε μια ματιά, για να σβήσουνε ήρεμα, γαλήνια.

Τι να αξίζει άραγε αληθινά σε αυτή τη ζωή?

Να είναι τα μέρη που γνωρίσαμε? Αλλάζουν! Πας μετά από 2 χρόνια στο ίδιο νησί και δεν θυμάσαι τίποτα απολύτως. Ψάχνεις τους δρόμους, ψάχνεσαι και μελαγχολείς. Σαν να μην ξανάρθες ποτέ..

Να είναι τα λόγια που ανταλλάξαμε? Χάνονται! Λες μετά από λίγο καιρό μια φράση ίδια, δυο τρεις λέξεις στη γνωστή σειρά, και θαρρείς πως τις έχεις ξαναπεί, πως σου θυμίζουν κάτι πολύ έντονα, που το ξανάπες. Δεν θέλεις όμως να το θυμηθείς ακριβώς, ούτε και έχεις σκοπό να το αναλύσεις παραπάνω. Θες απλά να ξεχάσεις.

Να είναι τα αισθήματα που νιώσαμε? Αλλοιώνονται! Κοιτάς μια στιγμή έξω από το παράθυρό σου, μια βροχερή νύχτα, και νιώθεις πιο μόνος από ποτέ, ο πιο μόνος άνθρωπος στον πλανήτη. Τι κι αν αγάπησες παράφορα? Τι κι αν αγαπήθηκες όσο κανείς άλλος? Οι σταγόνες πέφτουν στο έδαφος μία μία…

Θα σε βγάλω εγώ από τη δύσκολη σκέψη λοιπόν. Είναι οι άνθρωποι! Οι σωστοί άνθρωποι! Οι γνωστοί άνθρωποι. Αυτοί που ποτέ δεν σε πρόδωσαν. Αυτοί που ήταν πάντα εκεί. Αλλάζουν, ωριμάζουν, ομορφαίνουν ή ασχημαίνουν, γερνούν. Δεν έχει σημασία. Είναι όμως πάντα εκεί να σου χαρίσουν την αγάπη τους. Δεν σε αφήνουν ποτέ και για τίποτα. Ο χρόνος δεν σημαίνει τίποτα για αυτούς. Πάντα και για πάντα θα είναι εκεί για σένα. Γιατί απλά είσαι εσύ, γιατί το αξίζεις!

Κι όταν θα φύγω από τη ζωή τούτη, θα’ ναι το δάκρυ σου που θα πάρω για φυλαχτό μαζί μου. Θα’ ναι το γέλιο σου που θα έχω για νανούρισμα. Και όλα αυτά που ζήσαμε, θα τα κρύψω σε μια σταγόνα αγάπης.

Για σένα? Πόσα σημαίνει για σένα ένας μόνο άνθρωπος? Πόσο αντέχεις να είσαι εσύ για σένα και για αυτόν μαζί? Πόσο μακριά θα έφτανες για αυτόν τον άνθρωπο? Πόσο θα τον διεκδικούσες από τη ζωή? Ένα ζάρι είναι η ζωή. 6 έδρες, 6 σημεία. Από το 2 ως το 5, τα χρόνια αναμονής.

Στον άσσο είναι ένα γράμμα, το Φ. ΦΥΓΕ!

Και στο 6, το Γ. ΓΥΡΝΑ!

Σειρά σου να ρίξεις τα ζάρια.

 

 

 

 

 

Κρατήρες στο έδαφος

Και τώρα μόνο… μπέρδεμα! Έψαξα αρκετά αλλά νομίζω πως δεν πέφτω έξω. Είναι η σωστότερη λέξη από όλες όσες γνωρίζω. «Μπέρδεμα». Η ζωή είναι, το δίχως άλλο, ένα αστείο παιχνίδι. Όχι η δική σου ζωή όμως! Έχεις λίγες πιθανότητες και το ξέρεις. Τι σε κάνει να θέλεις να ρισκάρεις ακόμα?

Τα πόνταρες όλα στο κόκκινο και ξέρεις και συ καλά πως δεν θα βγάλεις ποτέ αυτή την καταραμένη σκηνή από το μυαλό σου, να γυρίζει βασανιστικά η ασημένια μπιλίτσα, να γυαλίζει στα φώτα χαιρέκακα και να πηγαίνει να κάθεται στο 8! Κόκκινο το 9, κόκκινο το 21, όλα κόκκινα στην πορεία, η ζωή σου τόσα χρόνια στα κόκκινα! Κόκκινες κουρτίνες, φώτα κόκκινα, χείλη βαμμένα κόκκινα και συ πας και μου κάθεσαι στο 8?

Μα… το 8 είναι μαύρο!

– Και τώρα «αφεντικό»? Πάνε όλα? Χάθηκαν? Δεν έχω τίποτα άλλο να ελπίζω?

– Δεν ξέρω. Ειλικρινά δεν ξέρω. Θα μετρηθώ και θα σου πω…

Ακόμα και τα πάντα να του πάρουνε, του φιλοσοφημένου ανθρώπου τού μένει κάτι: η ελπίδα!

Θα χαιρόμουν στ’ αλήθεια να γνώριζα ένα πράγμα. Αυτός που πρώτος από όλους επινόησε τη λέξη «ελπίδα», το έκανε επειδή τα είχε χάσει όλα και το μόνο που του έμενε ήταν όντως η ελπίδα ? Ή ήταν κάποιος που ήταν αδιάφορος και ψιλοχορτάτος από όλα, απλά βρέθηκε κάποια μέρα σε μια σημαντική δυσκολία και αμέσως βρήκε ένα ψυχικό καταφύγιο σε 6 γράμματα, που ο ίδιος επινόησε? Πόσο την ένιωθε την ελπίδα αυτός που την πρωτοείπε? Πόσο ανάγκη την είχε? Πόση αλήθεια είχε μέσα της αυτή η λέξη όταν πρωτοειπώθηκε? Και πόση έχει ακόμα?

Καμιά φορά βλέπω στις ταινίες τον πρωταγωνιστή να εξομολογείται κάτι πολύ σπουδαίο ή πολύ μυστικό, σε ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ ή ΟΠΟΙΟΝΔΗΠΟΤΕ βρεθεί μπροστά του! Είναι τάχα αυτό σωστό? Είναι λογικό? Ή μήπως το βλέπεις ανθρώπινο? Τίποτα από όλα αυτά νομίζω. Είναι μια φαντασίωση του σκηνοθέτη, μια εύκολη λύση. Οι άνθρωποι δεν εξομολογούνται, όπως όλοι γνωρίζουμε καλά, σε κανέναν άλλο παρά μόνο στον εαυτό τους. Είτε αυτός ζει μέσα τους είτε ζει κάπου αλλού σε αυτό τον πλανήτη.

Μπέρδεμα σε όλα. Έτσι έλεγε και ένα παλιό αστειάκι που πάντα μου άρεσε. «Τι παίρνεις αν διασταυρώσεις καγκουρό με ελέφαντα? Κρατήρες στο έδαφος!»

Μπέρδεμα… Το είπαμε!

Η εξομολόγηση είναι μια παραδοχή. Και όταν αυτοαναιρείται, τότε κοιτάς τον άλλον στα μάτια, κοντοστέκεσαι στα μεγάλα βλέφαρά του, και συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις τίποτα απολύτως να του εξομολογηθείς. Κλείνεις τα μάτια σου, κλείνεις την ψυχή σου. Κλείνεις και την πόρτα πίσω σου για πάντα.

Μπέρδεμα! Καλά σου το είπα. Και, για ακόμα μία φορά, είναι όλο δικό μου…

 

Σκουριασμένα όνειρα

Υπάρχει ένας χρυσός κανόνας σ’ αυτή τη ζωή. Ποτέ μην τα βάζεις με κάποιον που δεν φταίει! Πρώτον δεν φταίει. Δεύτερον δεν υπάρχει περίπτωση να τον κερδίσεις. Τρίτον μια μέρα ίσως να βρεθείς εσύ στη θέση του και αυτός στη δική σου. Και τότε εάν δεν σε λυπηθεί, θα έχει λόγο για να το κάνει.

Αυτός ο κόσμος είναι ως γνωστόν απίστευτα μικρός. Μια πόλη 2 εκατομμυρίων φαντάζει ελάχιστη. Τα ίδια πρόσωπα ανακυκλώνονται καθημερινά στους ίδιους δρόμους. Το μόνο που αλλάζει είναι η έκφραση στο πρόσωπό τους. Τα ρούχα τους. Η μουσική στο βλέμμα τους. Είναι όμως τα ίδια άτομα που κυκλοφορούσαν και πριν από 10 χρόνια εδώ. Αυτή η πόλη γερνάει μαζί με τους κατοίκους της. Δεν έχει οξυγόνο. Δεν ανασαίνει…

Κάποτε σου είχα πει πως θέλω να ζήσω σε ένα νησί για κάποιο διάστημα. Δεν θέλω πια! Το κύμα είναι μέσα μου.

Κάποτε σου είχα πει πως λατρεύω την ησυχία του βουνού, τη γαλήνη του λίγου. Δεν με εμπνέει πια! Η ηρεμία δεν υπάρχει στο ήτα του λεξικού μου.

Κάποτε σου είχα πει πως δεν μ’ αρέσει η ζωή στην πόλη. Πλέον νομίζω πως μ’ αρέσει!Θέλω κι εγώ να γεράσω μαζί με αυτή την πόλη, να κάνω πολλές ρυτίδες, πιο πολλές κι απ’ τα στενάκια της και να φύγω μια μέρα μακριά, πολύ μακριά. Μια μέρα που δεν θα με θυμάται πια κανείς.

Μήπως κι εσύ θυμάσαι άραγε τίποτα από όλα όσα πέρασαν? Πιστεύεις πως σε αυτή τη ζωή έχεις «μορφωθεί» απίστευτα? Σύμφωνα με το Σωκράτη, μορφωμένος είναι αυτός που δεν τον νίκησαν οι ατυχίες και οι αποτυχίες του, αλλά αντιμετώπισε πάντοτε όλα τα γεγονότα με γενναιότητα και λογική. Εσύ?

Μικρός δεν είσαι! Θα έπρεπε να ξέρεις πως τα λόγια της βροχής σκουριάζουν τα όνειρα. Όσα ακόμα έμειναν να σε κοιτούν απορημένα.

 

Η φωνή μέσα μου

Κάποιες φορές, φαντάζομαι το νιώθεις κι εσύ, η νύχτα έρχεται κάπως πιο νωρίς. Σαν να χάνεις ώρες στη διαδρομή, σαν καποιος να μη γεμίζει σωστά τις ώρες της ημέρας σου. Ξυπνάς το πρωί και αποφασίζεις να κάνεις 5 πράγματα, και το βράδυ που πηγαίνεις σπίτι, πέφτεις για ύπνο και δεν έχεις καταλάβει καν πως πέρασε άλλη μια μέρα τόσο μα τόσο γρήγορα!

Ντροπιάστηκες ποτέ πραγματικά μπροστά σε έναν άνθρωπο? Ποιο είναι το χειρότερο που σου έχει συμβεί? Έννοιες όπως η αυταπάρνηση και η ολιγάρκεια, έχουν πολλά γράμματα για να τις διαβάσεις. Από το παράθυρο του κελιού σου όμως, δες! μπαίνει ακόμα λίγο φως. Μήπως ήρθε η ώρα να αλλάξεις το σκηνικό μια για πάντα?

Κάποιες φορές νομίζω πως δεν με προσέχεις καθόλου! Πως ποτέ δεν με πρόσεχες. Και μετά, το ξανασκέφτομαι και το λέω με βεβαιότητα!

«Ποτέ δεν με σκέφτηκες».

Υπάρχουν αγάπες δυνατές και εραστές μαχητές. Υπάρχουν αγάπες αξιολύπητες και εραστές ταλαίπωροι. Υπάρχουν και πολλά ενδιάμεσα. Υπάρχουν και όλα αυτά που στέκονται πακεταρισμένα στην άκρη του δωματίου του μυαλού μου. Όλα πακεταρισμένα όπως τότε. Όλα…

Στη χώρα των πεθαμένων τα ρολόγια δεν δείχνουν πια το χρόνο.

Μα… «ο χρόνος δεν είναι δόγμα», μου είχες πει κάποτε.

Και η αγάπη επίσης.

 

Τελείως μόνος

Έχω ένα μικρό, λούτρινο σκατζοχοιράκι, κάπου ψηλά, σε ένα δυσπρόσιτο σημείο της βιβλιοθήκης μου. Κρατάει ένα μήνυμα με τα μικροσκοπικά χεράκια του, γραμμένο σε ένα υποτυπώδες πανό: «Υπάρχουν χιλιάδες λόγοι που Σ’ αγαπώ, αλλά δεν ξέρω ακριβώς ποιοι είναι αυτοί».

Διαισθητικό χιούμορ. Αυτός είναι ο σωστός ορισμός της φράσης αυτής. Και τον εισάγω σε παγκόσμια αποκλειστικότητα μέσα από το ταπεινό αυτό σάιτ! Όταν κάποιος θέλει να σου πει κάτι που θα συμβεί μετά από χρόνια, δεν έχει παρά να σε κάνει να χαμογελάσεις ανυποψίαστα, δίνοντάς σου ένα κουκλάκι με ένα μήνυμα.

Πίσω από τα γκρίζα, φιμέ τζάμια βλέπω την πόλη να απλώνεται, ίδια κάθε μέρα μπροστά μου, με τα χρυσά στολίδια της. Φώτα, βροχή, ομίχλη, αυτοκίνητα. Κι έπειτα, η νύχτα!

Δεν υπάρχει σκοτάδι, θυμάσαι που σου το έλεγα? Υπάρχει απουσία φωτός. Το σκοτάδι δεν είναι αυθύπαρκτο. Απλά παραμονεύει ύπουλα, πως και πως, μέχρι να σβήσει το φως. Και τότε, καμώνεται πως τάχα υπάρχει. Όπως…

Κάποτε υπήρχε ένας απόλυτος έρωτας. Τώρα υπάρχουν πολλές, κακοφορμισμένες σχέσεις. Μάταιες κι επιπόλαιες.

Κάποτε υπήρχαν άνθρωποι. Τώρα υπάρχουν οι ψυχές τους που περιπλανώνται γύρω από τα ίδια στενάκια κάθε βράδυ.

Κάποτε υπήρχαν αποδημητικά πουλιά. Έφευγαν χειμώνα και ξαναγύριζαν καλοκαίρι. Γιατί εδώ είναι η πατρίδα τους. Τώρα υπάρχουν μόνον οι φωλιές τους.

Κι αν διαβάζεις μόνος αυτό το άρθρο, είναι γιατί χάθηκε η ελπίδα σου ότι μπορεί να το διαβάζεις μαζί με κάποιον άλλο, και να μη ντρέπεσαι, να μη φαντάζει στα μάτια του μελοδραματικό ή γελοίο. Είναι γιατί μάλλον έμεινες μόνος και δεν το έχεις ακόμα συνειδητοποιήσει.

Τελείως μόνος.