Archive | Νοέμβριος 2010

Πολύ πιο πέρα

Τι θα έλεγες για ένα ταξίδι πολύ πιο πέρα από ό,τι μέχρι τώρα ονειρεύτηκες? Όχι, δεν κάνω πλάκα. Καμιά φορά κάνω. Όχι όμως αυτή τη φορά!

Όσο ο άνθρωπος κλείνεται στον εαυτό του, όσο ομφαλοσκοπεί, όσο δεν δέχεται αλλότρια ερεθίσματα παρά αυτά που το ίδιο του το σώμα τού στέλνει, τόσο περισσότερο συρρικνούται. Σωματικά και ψυχικά. Και τόσο περισσότερο αυξάνει τους βαθμούς της ελευθερίας του. Βγάζει πρώτα τα θέλω. Μετά βγάζει τα πρέπει. Και στο τέλος μετρά τα μπορώ του. Είναι ελεύθερος!

«Ας μου το έλεγες από την αρχή!». Μια έκφραση που την ακούμε πάντοτε στο τέλος. Είναι η φύση της τέτοια. Μα…, εάν ήξερα ότι αυτό θα είναι το τέλος, θα σου το έλεγα από την αρχή! Κάνε με σοφό να σε κάνω πλούσιο. Άδικο ε? Ίσως και όχι τόσο.

Είναι λίγα τα πράγματα που σχετίζονται ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ με τη ζωή σου, κι όμως δεν τα έχεις ΠΟΤΕ σκεφτεί μέχρι τώρα. Προσπάθησες. Αλλά φοβήθηκες. Ο φόβος δεν είναι πάντοτε κακός. Είναι σαν τον πυρετό. Κακό πράγμα να ιδροκοπάς όλη την ώρα, αλλά εάν δεν το έκανες, ποτέ δεν θα μάθαινες πως είσαι άρρωστος. Κακό πράγμα κι ο φόβος. Αλλά εάν δεν φοβόσουν ποτέ δεν θα ήξερες πως δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς το φόβο σου.

Έχω δει περισσότερες από 1000 ταινίες τρόμου μέχρι τώρα. Λίγο η περιέργεια, λίγο η φύση της δουλειάς μου, λίγο η αγάπη προς το τρομακτικό, ένα πράγμα κατάλαβα: ο αληθινός φόβος είναι να ξυπνήσεις την παράνοια που κρύβεις μέσα σου. Να στρίψεις αυτή τη μικρή βιδούλα. Μισή στροφή. Ούτε καν μία.

Μόνο τότε θα απελευθερώσεις όλα αυτά που δεν τολμούσες να πεις.

Θα αποκτήσεις όλους τους βαθμούς ελευθερίας που ήθελες.

Θα συρρικνωθείς.

Και μόνο τότε θα μπεις στο τρένο για αυτό το ταξίδι. Πολύ πιο πέρα από ό,τι μέχρι τώρα ονειρεύτηκες…

 

 

Advertisements

Το λίγο πράσινο των ματιών σου

Κάπου κάπου σε κουράζουν οι αποστάσεις. Απλό παράδειγμα για κάτι τέτοιο αποτελεί μια τυπική συνομιλία. Μιλάς, μιλάς, μιλάς… Και σε κάποια φάση νιώθεις τόσο κοντά στον άλλον, νιώθεις ότι και αυτός σε νιώθει εξίσου και το μόνο που θέλεις πραγματικά σε εκείνη τη φάση είναι να έρθεις λιγάκι πιο κοντά του. Όχι πονηρά. Να! Απλά να μετακινήσεις λίγο την καρέκλα προς το μέρος του και να τον αποκαλέσεις με το μικρό του όνομα. Να αφήσεις τις τυπικότητες. Να εκμηδενίσεις την απόσταση. Αφού, έτσι κι αλλιώς, είναι άχρηστη.

Είναι μερικοί άνθρωποι που σε βλέπουν με διπλό μάτι. Με το κατ’ εξοχήν μάτι τους σε κοιτάνε από την κορυφή ως τα νύχια. Σε αναλύουν. Σε βλέπουν 100%. Σε σκανάρουν. Έχουν όμως και ένα δεύτερο τρόπο να βλέπουν. Κυκλικά μέσα στο μάτι τους έχουν ένα μικρότερο δακτύλιο άλλου χρώματος. Αυτός επεξεργάζεται τις μυστικές πληροφορίες της εικόνας. Λόγια που δεν λέγονται αλλά ακούγονται. Σκέψεις που δεν ολοκληρώνονται αλλά αρχίζουν. Συναισθήματα που δεν φανερώνονται αλλά αφυπνίζονται. Αυτός ο δακτύλιος είναι ένα επιπρόσθετο όπλο σε αυτούς τους ανθρώπους. Και ο μόνος τρόπος για να τον δεις, είναι να πας κοντά τους, πολύ κοντά τους.

Κι είναι τα μάτια σου που κυλούν την ιστορία αυτή.

Κάποτε τα δάκρυα με συγκινούσαν. Όχι πια.

Κάποτε οι λέξεις με παίδευαν. Όχι πια.

Κάποτε οι καταστάσεις με γοήτευαν. Όχι πια.

Τώρα είναι τα γέλια που μετράνε. Τα μάτια που μιλάνε. Και τα άστρα που φωτίζουν κάθε στιγμή της ανυπόμονης νύχτας. Πόσα μίλια απέχουν τα χείλια σου αλήθεια?

Όταν θα έρθεις, να μην έχεις αλλάξει ούτε στιγμή από όλα όσα γίνανε. Όταν θα έρθεις όλα θα’ ναι αλλιώς. Έτσι κι αλλιώς! Δεν θα υπάρχει απόσταση. Καμία.

 

Κλέβοντας σεβασμό

Καμιά φορά στη ζωή, έρχονται έτσι τα πράγματα που νιώθεις απόλυτα εγκλωβισμένος. Κι όταν λέμε απόλυτα δεν εννοούμε φυσικά σε καθετί που κάνεις. Σε ένα θέμα όμως, όποιο και αν είναι αυτό που σε απασχολεί, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Απολύτως ΤΙΠΟΤΑ. Και τότε αρχίζεις να γυρνάς σε φίλους και γνωστούς και να ρωτάς…

Θυμάμαι τα λόγια του μέντορά μου πολύ συχνά: όταν έχεις κάποιο μεγάλο πρόβλημα, να γυρίσεις τον κόσμο ανάποδα, να κάνεις τα πάντα, μέχρι να το λύσεις. Όταν όμως έχεις ένα πραγματικά τεράστιο πρόβλημα, και δεν ξέρεις τι να κάνεις… απλά, μην κάνεις τίποτα! Θα σου το λύσει ο χρόνος με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Σάμπως να ήμουν πάντοτε συμφιλιωμένος με το χρόνο, τηρώ απαρέγκλιτα πλέον αυτόν τον κανόνα. Εκεί έξω υπάρχουν άνθρωποι που βγαίνουν για μεροκάματο στις 4 τα χαράματα. Άνθρωποι που περιμένουν υπομονετικά να πεθάνουν για να λυτρωθούν. Και άνθρωποι που δεν γεννήθηκαν ποτέ. Μόνο σαν σκέψη. Περπατάνε στους δρόμους, τριγυρνάνε σε πόλεις φανταστικές, σε ζωές που δεν έζησαν κοιτώντας πράγματα που δεν υπήρξαν ποτέ. Αύριο μεθαύριο, ένας τέτοιος ίσως να είσαι κι εσύ!

«Πάντοτε υπάρχει χρόνος. Ποτέ όμως τόσος όσος υπήρχε κάποτε». Το ξανάπαμε αυτό, το ξέρω. Το ξαναλέμε και θα το ξαναλέμε μέχρι να καταλάβουμε πόσο σημαντικό είναι να τιμούμε κάθε στιγμή μας. ΠΟΤΕ ΝΑ ΜΗΝ ΤΗΝ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ. Να τη ζούμε σαν να ήταν η τελευταία μας. Γιατί πάντοτε υπάρχει αύριο. Και σεβόμενος το παρόν, κλέβεις σεβασμό από το μέλλον.

Σκέψου το τελευταίο ηλιοβασίλεμα που θα δεις σ’ αυτή τη ζωή. Όσο χρονών και αν είσαι. Ό,τι κι αν έχεις περάσει. Όσα και αν έχεις καταφέρει. Σκέψου ποιος θα ήθελες να είναι εκεί δίπλα σου να σου μιλάει, να σου κρατά το χέρι, να σου τραγουδά. Κλείσε τα μάτια σου και ξαναζήσε τη σκηνή με τη φαντασία σου. Δες τα όμορφα χρώματα του ήλιου. Άκου τη μελωδία της ψυχής. Ζήσε το τελευταίο σου ηλιοβασίλεμα σ’ αυτή τη ζωή…

Και τώρα αν θέλεις ξανάνοιξε τα μάτια σου και κοίτα το φως του ήλιου. Κάτσε δυο λεπτά και πάρε μια ανάσα. Για θυμίσου καλά. Προσπάθησε να θυμηθείς. Δεν ξέρω αν θυμάσαι καλά. Επειδή πάντοτε υπάρχει αύριο, δεν ξέρω αν πραγματικά θυμάσαι καλά με ποιον ήσουν σε αυτό το ηλιοβασίλεμα, αλλά ο μόνος σίγουρος εκεί, ήσουν εσύ!

Too late tonight

Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τα ρολόγια. Ποτέ όμως! Το ρολόι που έκατσε περισσότερο καιρό στο χέρι μου, το απόλαυσε για λιγότερο από 3 μήνες. Και αυτό γιατί είχε την τύχη να έχει επάνω του ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι, με ένα παιδί που ψάρευε μετά μανίας, και τελικά έπιασε τόσα πολλά ψάρια που δεν μπορούσε ούτε η ώρα να αλλάξει από τη φθορά των πλήκτρων, το σωτήριο έτος 1986, έτος που τα πάντα ήταν ακόμα πολύ πιο αγνά.

Να ένα ακόμα πολύ καλό ερώτημα: σε έναν αγώνα δρόμου κερδίζει πάντοτε ο πιο γρήγορος? Όσο καλά και αν το αναλύσει κανείς αυτό, σίγουρα δεν μπορεί να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα. Εγώ δεν είμαι γρήγορος. Όλοι όσοι με ξέρουν το γνωρίζουν αυτό. Τα αισθήματα, και όχι μόνο αυτά, αργούν πάντα. Μπορεί να υπάρχουν μέσα μας ζωντανά, ολοζώντανα, αλλά αργούν πάντα.

Καμιά φορά κάθεσαι στην άκρη του δωματίου σου και σκέφτεσαι. Στην άκρη. Όχι στο κέντρο. Η άκρη του δωματίου έχει πάντα μια αλλόκοτη έλξη, μια υπερκόσμια δύναμη. Προσφέρει αυτή την αίσθηση ότι όλο το υπόλοιπο δωμάτιο είναι ο κόσμος σου, ενώ αυτή η μικρή ακρούλα είναι ο μικρόκοσμός σου, ένας μικρός, ολότελα δικός σου κόσμος, όπου επέλεξες να αποσυρθείς, για να αναλογιστείς όσα χάθηκαν από τη ζωή σου και απλά γυροφέρνουν στο υποσυνείδητο του εγκεφάλου σου, προσπαθώντας να βρουν τη σωστή χαραμάδα προς το φως του μυαλού. Επίπονη διαδικασία? Το κάθε άλλο!

Έστω ότι μια μέρα εξαϋλώνεσαι και γίνεσαι σκέψη. Μπορείς να μπεις στο μυαλό οποιουδήποτε θέλεις και να παρακολουθήσεις ό,τι θέλεις. Αλλά στο μυαλό μόνο ενός ανθρώπου. Όχι σε δεύτερου. Ποιον θα επέλεγες?

Έστω τώρα ότι μπορείς να αναιρέσεις αυτό το δικαίωμα, διατηρώντας την ίδια ιδιότητα για να μάθεις, πάλι μόνο για ένα πρόσωπο, τα κελεύσματα της καρδιάς του. Θα απεμπολούσες το πρώτο σου δικαίωμα για να αποκτήσεις το δεύτερο ή όχι? Τι σε νοιάζει παραπάνω? Η καρδιά ή το μυαλό? Θέλεις αγάπη ή θέλεις ζωή? Ή μήπως για σένα η αγάπη είναι ζωή αλλά η ζωή σου χωρίς αγάπη δεν λογίζεται?

Νομίζω στο ξανάπα. Μου τη σπάνε οι λέξεις με πολλαπλά νοήματα. Late είναι ο πρόσφατος. Είναι και ο αργοπορημένος. Αυτός που το έχασε το παιχνίδι!

Θυμάμαι σαν τότε, μια λεπτή φωνή να τραγουδά τα βράδια του καλοκαιριού. Είχε και συνοδεία ντροπαλή. Ακόμα ντρέπεται?

Πίσω από κάθε θέλω κρύβεται και ένα μπορώ.

Φτάνει να το ξέρεις. Φτάνει να μην άργησες. Φτάνει να είσαι εσύ.

 

Φιάλη οξυγόνου

Χα! Όλοι σχεδόν το κάνουν αυτό το λάθος. Ο παράδεισος είναι… θηλυκού γένους! Ναι ναι! Είναι Η Παράδεισος. Με Η! Θηλυκό. Απλά μάλλον το γνωρίζουν λίγοι αυτό. Πιο λίγοι και από όσους τελικά μπαίνουν εκεί μέσα.

Τι κοινό έχουν η αγάπη και η σκέψη? Χάνεσαι. Χάνεσαι μέσα τους. Χάνεσαι μέσα τους χωρίς μια φιάλη οξυγόνου και πολλές φορές δεν μπορείς να αναπνεύσεις καν.

Θυμάσαι εκείνο το χλωμό πρόσωπο στο μισοσκόταδο? Θυμάσαι πως γελούσε όταν τίποτα δεν θύμιζε πόλεμο? Όταν η ρυτίδα ήταν μια λέξη που άνοιγες λεξικό για να δεις πως γράφεται? Μάλλον όχι. Αν ναι, είσαι ήδη πολύ βαθιά…

Κι όμως είναι τόσο φυσικό να σε πάρω στην αγκαλιά μου, τόσο φυσικό σαν να σου μιλάω και να μου χαμογελάς! Ο παράδεισος όμως δεν ήταν ποτέ του φτηνός. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Μη γελιέσαι. Και μη γελάς. Έχω μια μανία. Το ξέρεις?

Έχω μια μανία όταν βλέπω ταινίες. Δεν θέλω να χάσω ούτε σκηνή. Πόσες ταινίες έχουν τόσο αμείωτο ενδιαφέρον που εάν χάσεις μία σκηνή μπορεί να παρερμηνεύσεις όλο το νόημα? Εμένα μου έτυχε σε 1-2 ταινίες στις 2.000 που έχω δει πάνω κάτω συνολικά ως τώρα. Και, θα μου πεις εύλογα, αξίζει για ένα τόσο μικρό ποσοστό να βλέπεις όλες τις σκηνές σε όλες τις ταινίες? Σίγουρα όχι! Απλά εάν δεν το κάνω νομίζω πως χάνω κάτι. Χάνω μια εξέλιξη, χάνω μια στροφή. Ξέρεις, τώρα που το σκέφτομαι, νομίζω πως κι εμείς, απλά χάσαμε μια στροφή.

Θα μπορούσες να βουτήξεις στα βαθιά νερά της σκέψης σου? Της αγάπης σου? Της σχέσης σου? Θα μπορούσες να κολυμπήσεις στο λίγο πράσινο των ματιών μου? Δες καλά, δεν είναι λίγο! Εάν πλησιάσεις ακόμα πιο κοντά γίνεται πολύ περισσότερο! Καθρεφτίζει!

Συμβουλή: πάρε μια φιάλη οξυγόνου. Η αγάπη ΤΩΡΑ αρχίζει…

 

Ως το Θεό

Υπάρχει μια τελείως ανεξάρτητη κατάσταση σ’ αυτό τον κόσμο. Ξέρεις κι εσύ, κι εγώ και όλοι μας διάφορους ανεξάρτητους ανθρώπους, ανεξάρτητα μέρη, ανεξάρτητες σκέψεις. Αυτή όμως είναι μια άλλη φάση, κάτι άλλο από αυτό που έχεις συνηθίσει. Μιλάμε για μια τελείως ανεξάρτητη κατάσταση. Και τη λένε ΑΓΑΠΗ!

Κάπου εκεί που νομίζεις ότι «το ‘χεις», εκεί που αρχίζεις να πιστεύεις ότι το ελέγχεις.

«Τοκ Τοκ», ακούς τον γνώριμο ήχο στην πόρτα του μυαλού σου. «Ooops!», σκέφτεσαι. «Είμαι άραγε έτοιμος για κάτι τέτοιο?». Η αγάπη είναι ένα πράγμα σαν το στρατό για τους άντρες και σαν την εγκυμοσύνη για τις γυναίκες. Ποτέ σε κάποια φάση της ζωής σου δεν θα νιώσεις απόλυτα έτοιμος για να το κάνεις. Απλά το κάνεις. ΚΑΝ’ ΤΟ λοιπόν!

Εάν πας σε μια έκθεση εντόμων, εάν ποτέ πας, δεν είναι και τόσο συνηθισμένες ξέρεις, δυο πράγματα θα δεις κατά κόρον: μυρμήγκια και ιστούς. Μυρμήγκια υπάρχουν παντού. Και δεν έχουν πάντοτε έξι πόδια. Και οι ιστοί… δεν ξέρεις ποτέ που μπορεί να τους συναντήσεις. Μια φορά πιάστηκε ο νους μου σε έναν από αυτούς.

«Τακ Τακ». Τόσα χρόνια σπουδών και ακόμα δεν έμαθες καλά την καρδιολογία. Το βηματοδοτικό κέντρο του μυοκαρδίου ελέγχεται ενίοτε από παράγοντες ΑΛΛΟΥΣ από αυτούς που γράφουν τα βιβλία φυσιολογίας του δευτέρου έτους. Από παράγοντες που δεν αναγράφονται σε βιβλίο με φύλλα αλλά με φυλλοκάρδια.

«Εκεί πάνω, στη σπηλιά με τους λύκους, τα βράδια βγαίνει ένα υπέροχο λουλούδι» ή μάλλον… «Βλέπεις εκείνο το δασάκι που φλέγεται? Έχει υπέροχα μέρη. Πάμε μια βόλτα?». Απονενοημένο? Τι εννοείς?

«Τικ Τακ». Δεν εννοώ ότι είσαι ανίκανος αλλά ακόμα και οι δείκτες ενός χαλασμένου ρολογιού, δείχνουν σωστά την ώρα δυο φορές τη μέρα. Ειλικρινά πες μου, δεν ακούς καλά ή απλά χάρηκες που με είδες? Εκεί έξω είναι…!

Και οι δείκτες από το ρολόι του μυαλού σου ακούγονται ακόμα και μέσα από ένα άψυχο blog. Ο ήχος τους μιλάει για μια αγάπη. Μια αγάπη που φτάνει φτάνει ως το Θεό…

 

Out of this

Οι ωραίες στιγμές περνούν γρήγορα. Αυτό είναι βασικός νόμος στη ζωή, ισότιμος με το νόμο της βαρύτητας, αυταπόδεικτος. Δεν μας ρωτάει, αλλά υπάρχει. Και κάθε ώρα, κάθε στιγμή, κάθε μία μοναδική, απεγνωσμένη στιγμή είναι εκεί για να στο επιβεβαιώνει.

Τα βράδια του καλοκαιριού έχουν πάντοτε, χρόνια τώρα, τη μαγεία που τους πρέπει. Χαλαρή μουσική, χαλαρή διάθεση. Ζεστούλα, αεράκι και όμορφες σκέψεις. Ξέρω πολλούς από εμάς που θα άλλαζαν έναν ολόκληρο χειμώνα για μια καλοκαιρινή νύχτα. Ξέρω κι άλλους που όλη τους η ζωή είναι μια καλοκαιρινή νύχτα. Σε ένα παρκάκι, σε ένα τοιχάκι, στην αυλή ενός μικρού σπιτιού που τα λίγα φώτα του δεν μπορούν να αποκαλύψουν την αγάπη που χωρά εκεί μέσα. Όλη τους η ζωή εκείνο το τοιχάκι…

Έχει χρώμα απόψε το βράδυ? Σε είδα? Με είδες? Άλλαξε κάτι? Έγινε κάτι? Χαζές ερωτήσεις, ηλίθιες απαντήσεις: «όλα καλά»!

CH3CH2OH, με θυμάσαι?

«Είναι κι αυτοί οι απρόσκλητοι επισκέπτες κάθε μέρα. Κάθε φορά κι ένας διαφορετικός. Βυθισμένος στις ηδονές και τον καπνό, δεν μπορώ πια να διακρίνω ούτε τα πρόσωπά τους. Τα ονόματα δεν μου λένε τίποτα πλέον. Πόσο μάλλον τα επίθετα. Είμαι αλήθεια τόσο, μα τόσο χαμένος? Κι αν είμαι, υπάρχει κάποιος εκεί έξω να νοιάζεται γι’ αυτό?»

Νομίζω πως ναι, τώρα που σας ξαναβλέπω και τους δύο, νομίζω σε θυμάμαι!

«Δεν υπάρχω! Υποθέτω πως αυτό είναι και το φυσικό νόημα. Κι αν υπάρχω, σίγουρα δεν υπάρχει κανείς που να νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτό!»

Αν όλα όσα έκανες μέχρι τώρα δεν έγιναν για κάποιο λόγο, και αν αυτό με το σύμπαν που συνωμοτεί για πάρτη σου είναι άλλη μία διαφημιστική αηδία σε σλόγκαν, θα σε παρακαλούσα απλώς να περάσεις έξω από την αίθουσα του μυαλού μου. Ευχαριστώ…