Αρχείο

Οι άγγελοι κοιμούνται όταν η αγάπη περισσεύει

Κι ήσουν πάντα εκεί. Κάτω απ’ τα μεγάλα, λευκά φτερά σου μεγάλωσα. Κάτω απ’ τη χρυσαφένια σου αύρα ζύγιζα κάθε μου βήμα, έπλαθα κάθε μου όνειρο. Χρόνια ολόκληρα, δυο άγρυπνα μάτια δε χόρταιναν να με κοιτάζουν. Να γελάω, να παίζω, να αντριεύομαι. Ήσουν πάντα εκεί και το νιώθω. Ακόμα το νιώθω.

Ένα μικρό carusel η ζωή, μέχρι να κάνεις ένα γύρο σού τελειώνουν τα κέρματα. Και τι σου μένει? Ένα γλυκόπικρο χαμόγελο και τα φώτα που γυρίζουν ακόμα αδιάκοπα μες στο μυαλό σου, σαν να μην κατέβηκες ποτέ. Ήθελες να είσαι ακόμα λίγο εκεί. Ήθελες.

Και ήρθε κι ο άνεμος. Φίλος ή εχθρός?

«Και τώρα ΦΥΓΕΤΕ!», είπε ο Θεός και τους απέστειλε. Για χρόνια ολόκληρα θα ζούσαν μακριά από τον παράδεισο, κάτω στη γη. Μόνη τους αποστολή, να φτιάχνουν άλλους «αγγέλους», χωρίς φτερά αλλά με την ίδια κατάλευκη, αρυτίδωτη ψυχή. Με λόγια γλυκά και πρόσωπο αγγελικό, με χέρια καθαρά και ψυχή άσπιλη. Και με ένα χαμόγελο αληθινό σαν διαμάντι!

«Θα φτιάξετε όλοι από έναν όμοιό σας. Όταν ολοκληρώσετε την αποστολή σας, όταν τριγύρω σας η αγάπη θα περισσεύει, κλείστε τα μάτια κι ελάτε πάλι πίσω σε μένα, να θαυμάσετε από ψηλά ό,τι πετύχατε. Κλείστε απλά τα μάτια κι ο  άνεμος θα σάς φέρει πάλι δίπλα μου».

Σήκωσα τα χέρια ψηλά, σαν σε προσευχή, για να φτάσω το πάνω ράφι της ντουλάπας με τα μακρυμάνικα. Ένα δάκρυ κύλησε γρήγορα στο μάγουλό μου, καθώς χαμογελούσα χωρίς λόγο. Έξω ο αέρας λυσσομανά, Ιούνη μήνα.

Η αγάπη περίσσεψε. Άλλος ένας άγγελος, από αυτούς τους λίγους, τους σπάνιους, κοιμήθηκε μ’ ένα χαμόγελο στα χείλη. Και η αγάπη που σκόρπισε, περισσεύει.

Η φεγγαρόσκονη στα βλέφαρά σου

Μια σκέψη ήταν και πάει. Άλλη μια πέτρινη κόλαση κι αυτό το βράδυ, διαμερισματοποιεί με τοιχία από πάγο τα γαλάζια κομμάτια του νου σου. Αστειότητες.

Μπήκα στο μετρό και χάθηκα. Προορισμοί, στάσεις, φωνές, κόσμος, γελαστές και σκυθρωπές φάτσες με περιμένουν με ανακριτικό βλέμμα. Έψαξα σε κάθε γωνιά του να σε βρω, μέχρι να διαπιστώσω ότι δεν είσαι εκεί. Ότι ΠΑΛΙ δεν είσαι εκεί. Κι όμως δεν έφυγα. Γιατί αυτό το μετρό είναι η ζωή μου. Και σε αυτό το μετρό, δεν υπάρχει μέτρο, αλλά δεν υπάρχει και ζωή…

Περιέργεια που σε ‘κουράζει’, ανωνυμία που σε εξιτάρει. Φεύγεις.

Θυμάμαι…

Κάποτε ήμασταν πολύ νέοι. Κάποτε θα είμαστε πολύ γέροι. Κάποτε.

Βλέπω συχνά αυτό το παράξενο όνειρο. Περπατάω σε ένα πυκνό δάσος ανεβαίνοντας το λόφο, σε αυτό το ξεχασμένο από το Θεό ερημονήσι στη μέση του πουθενά, και νιώθω την ίδια μελαγχολική παρουσία τριγύρω μου. Ανεβαίνω και ξεμακραίνω. Φωνάζεις μα δεν σε ακούω. Τρομοκρατείσαι αλλά δεν το δείχνεις. Τρία λεπτά μετά επιστρέφω στο μικρό χωριό.

– «Βρήκες αυτό που έψαχνες?»

 – «Όχι!»

– «Δεν πειράζει. Νέος είσαι ακόμα.»

– «Σ’ ευχαριστώ γιαγιά. Θα ξανάρθω. Αλλά με παρέα.»

Φύσηξα τη φεγγαρόσκονη απ’ τα βλέφαρά σου και με μιας το όνειρο χάθηκε. Το δωμάτιο παγωμένο, παραδίδεται στη μαγικότητά του. Κι εγώ, σε μια γωνιά του, να συλλογίζομαι το φόβο.

Κάποτε θα είμαι χώμα και νερό μα θα σε θυμάμαι. Θα θυμάμαι τα μάτια σου. Θα χαθώ και δεν θα υπάρχω, αλλά θα νιώθω. Κι αν είναι να νιώθω, θέλω αυτό που θα νιώθω να είναι Αγάπη.

Ζόρικοι καιροί

Μάζευες μικρά κοχύλια στην αμμουδιά και έλαμπε το πρόσωπό σου καθώς τα συγκέντρωνες στη χούφτα σου. Ο ήλιος έπεφτε σιγά σιγά και τα μάτια μου βασίλευαν. Ποτέ δεν πίστεψα πως θα θέλω να ξαναδώ μια Ανατολή σαν κι αυτή, να ξαναγίνω παιδί σαν και τότε.

Κάναμε τόσα όνειρα και ήταν ακόμα μέρα! Έκλεινες εσύ τα μάτια, τά ‘κλεινα κι εγώ. Χαμογελούσες αθώα και λεπτά, σαν τίποτα άλλο να μην είχε σημασία σε τούτο τον κόσμο, στον κόσμο ολάκερο, και σκεφτόσουν τι θα άλλαζε τόσο ευχάριστα τη ζωή σου εκείνη τη στιγμή σάμπως να μην την άλλαζε καθόλου. Και πυροβολούσες.

Πόσα κυβικά ανέμου χτύπησαν το μέτωπό σου από τότε? Πήγαινες και πήγαινες, μόνος και μοναχός σε έναν ατέλειωτο δρόμο ανάγκης και υποταγής. Κι ήταν κι αυτό το όπλο εκεί να σε σημαδεύει, πότε να σε ξεχνάει και πότε να σε ψευτοθυμάται. Απειλή, γλυκιά μου. Γλυκιά αλλά απειλή…

Κάνεις μια ένα κλικ το ποντίκι σου και βλέπεις όλους τους φίλους σου «δίπλα». Ο ένας εδώ…., ο άλλος εκεί…! Όλοι «δίπλα» κι όλοι μόνοι και αλλού. Κάνεις να ανοίξεις τη ματιά σου πέρα από την οθόνη, και το μόνο έμβιο στο χώρο είσαι εσύ. Σκοτάδι. 1.14 π.μ. Σιωπή.

Σαν λευκός καπνός από τη μεγάλη τσιμινιέρα του θυμού, η παγωμένη μοναξιά ήρθε και γέμισε το δωμάτιο σιωπή. Ζεις για τη στιγμή μα η στιγμή πεθαίνει. Και μαζί της πεθαίνει και η αγάπη για το αύριο που δεν έζησε ποτέ. Τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Καμιά σιωπή δε γιατρεύει το νόστο. Κανένα βλέμμα δε γυαλίζει ξωπίσω σου.

Bang! Κάποιος πάτησε τη σκανδάλη, κάποιος έπεσε νεκρός κι η ζωή συνεχίζεται.

Ζόρικοι καιροί. Πρέπει να το λέει η καρδιά σου να κοιτάζεις στον καθρέφτη και να μη μελαγχολείς.

Πέντε είναι τα στάδια, άσε να στα πω εγώ…

α) Άρνηση     β) Θυμός     γ) Διαπραγμάτευση     δ) Κατάθλιψη     ε) Αποδοχή

Σαν να χρωστάμε ένα στο χρόνο, δε νομίζεις?

Παλιά γεμάτη τσέπη

Είναι και κάποιες μέρες, τόσο μα τόσο αδιάφορες και ‘λίγες’, που τίποτα και κανείς να μην δείχνει να μπορεί να τις κάνει κάπως πιο ενδιαφέρουσες, να τους προσδώσει λίγο χρώμα.

Έρχονται και φεύγουν σαν να μην μας θέλουν και σαν να μην τις θέλουμε κι εμείς. Αδιάφορες σαν βλέμματα. Πιο αδιάφορες κι από «το πρώτο r στο Marlboro»…

Κάτι τέτοιες μέρες που δεν φέρνουν νύχτες αλλά αϋπνία και ταραχή, σε πιάνουν διλήμματα που καλά θα έκανες να τα ξεχάσεις:

‘Πόσο χρονών σταμάτησε ο χρόνος? Πότε σταμάτησε ο χρόνος? Και ποιος είναι αυτός ο χρόνος που σταματάει χωρίς να σε ρωτήσει?’

Μια πόλη δίχως δρόμους κι ένα ξεχασμένο καφέ στο γνωστό σημείο. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό ή το ακούς πρώτη φορά τάχα? Μια πόλη που δεν θα μπορείς να βρίσκεις κανένα και κανείς δεν θα μπορεί να σε βρει. Μια πόλη υποτιθέμενης μοναξιάς. Ένα καφέ που πας για να μείνεις και να ακούσεις το πιάνο της καρδιάς σου, όποιο ρυθμό και αν παίζει. Μια κίνηση στο δρόμο, μόνον από πεζούς. Νέοι σαν οχλοβοή, γέροι σαν χαμογελαστά απομεινάρια. Και παιδιά. Παντού παιδιά με γεμάτες τσέπες.

Το πολυτιμότερο αγαθό σε αυτόν τον κόσμο αδελφέ μου είναι ο χρόνος. Και μάλιστα όχι ο χρόνος που ξόδεψες εν γνώσει σου αλλά αυτός που έχασες χωρίς αντάλλαγμα, αυτός που γλίστρησε μπρος στα μάτια σου και χάθηκε στο μισοσκόταδο της λήθης αφήνοντάς σε να αναρωτιέσαι αν τελικά οδηγείς εσύ τη ζωή σου ή κάποιο αόρατο χέρι σε έχει πάρει και σε κουνάει σαν μαριονέτα, λέγοντάς σου γλυκόλογα για να μην αντιδράς. Και σου τρώει την ψυχή…!

Την πρώτη φορά μπήκες κάπως διστακτικά μέσα. Σε παρέσυραν όμως οι ήχοι, τα γέλια και οι φωνές και δεν άργησες να βρεις τη δική σου γωνιά εκεί μέσα. Γρήγορα βρήκες και παρέα. Σύντομα άρχισες να πηγαίνεις με την παρέα σου, όλο και πιο συχνά. Περνούσες όμορφα εκεί. Περνούσε όμορφα και ο χρόνος σου εκεί, αν και γρήγορα! Κάποια μέρα, το σκέφτηκες έτσι για πλάκα αλλά από τότε το θυμάσαι πάντοτε, κατάλαβες πως θα μπορούσες να περάσεις όλη σου τη ζωή εκεί μέσα, σε εκείνο το μικρό καφέ, και να βγεις ένα δειλινό γέρος και ευτυχισμένος να πάς στο σπίτι σου να ξεκουραστείς. Και αυτό όχι γιατί είχε κάτι που να σου άρεζε απίστευτα πολύ. Απλά γιατί δεν είχε τίποτα που να σε χαλάει, τίποτα που να σου σκοτώνει το χρόνο. Κάθε στιγμή και χαμόγελο, κάθε ατάκα και λογοπαίγνιο. Μια ζωή χαράς. Ένα όνειρο μετριότητας, ένα κάλεσμα για κερδισμένο χρόνο!

Όσες ταινίες και να έχω δει, οι κλέφτες τη λεία στο τέλος την μοιράζονται. Μα δίκαια, μα άνισα, τη μοιράζονται! Αυτό θέλω κι εγώ, μια καλή ληστεία και να πάμε να μοιραστούμε τη λεία μας. Τι λές κι εσύ?

Καθόμασταν θυμάμαι ολοτρόγυρα και λέγαμε χαζομάρες. Χαζομάρες μέχρι τελικής πτώσεως. Επί ώρες. Περνούσαν δεν περνούσαν, εμείς εκεί! Κάθε λεπτομέρεια σημαντική, κάθε λέξη βαριά. Κοιτούσαμε τις τσέπες μας για ψιλά, να πληρώσουμε τον καφέ. Μόνο αυτόν, τίποτα άλλο. Και οι τσέπες μας, δόξα τω Θεώ!, ήταν πάντοτε γεμάτες. Κι ας μην είχαμε χρήματα, κι ας πίναμε τον καφέ μας κερασμένο.

Πόσα έχεις στην τσέπη σου σήμερα φίλε? Πες τώρα! Αλλά πες αλήθεια…

 

 

 

Βραδιές με ακτινοβολία

Η νύχτα είναι μια μάγισσα. Αληθινή μάγισσα! Κάνει μάγια στους ανθρώπους και τους σπρώχνει πότε από εδώ και πότε από εκεί. Σβήνει τη μνήμη τους ή τους την ‘κολλάει’ σε πρόσωπα και καταστάσεις με μανιακή προσήλωση, για να τους σπείρει τη δυστυχία. Τρομάζει τους ανθρώπους και η ίδια τρομάζει με αυτά που βλέπει από τους ανθρώπους και όλα αυτά που κρύβουν μέσα τους σιωπηλά, για χρόνια.

Η νύχτα είναι ο πραγματικός εφιάλτης της ημέρας.

Να γιατί: Η μέρα έχει ήλιο και παρόν. Η νύχτα όμως έχει όνειρα και μέλλον.

Και καμιά φορά, ο άνθρωπος ζει καλύτερα όταν ζει μέσα στα όνειρα, απομονωμένος και ευτυχισμένος. Σε ένα μέλλον που είναι πιο αληθινό κι από το παρόν, κι ας μην γίνει ποτέ του αλήθεια.

Κάποιοι άνθρωποι ξέρεις δεν σε θέλουν εκεί. Σε θέλουν σκυφτό κι αποκαμωμένο. Σκυθρωπό και ψοφοδεή. Παθητικό. Κοίτα! Ένα αστέρι πέφτει. Κάνε μια ευχή και σώπα.

Ήταν σαν χτες που τα μάτια σου φεγγοβολούσαν μέσα στις καλοκαιρινές βραδιές που η μουσική ανάβλυζε κρυφά στα γύρω μπαλκόνια. Και σηκωνόσουν χαράματα να προϋπαντήσεις τη μέρα που ερχόταν. Και σιγοψιθύριζες εκείνο το στιχάκι ξανά και ξανά και ξανά, σάμπως να ερχόταν γρηγορότερα!

Κι ωστόσο ο χρόνος κυλούσε αργά σα ρυάκι…

Χαϊδεύεις την άκρη των χειλιών σου. Πόσο καιρό έχει να γελάσουν αυτά τα χείλια με εκείνο το δυνατό υστερικό γέλιο? Να γελάσουν αληθινά? Άραγε θυμάσαι?

Αληθινά και τρανταχτά. Θυμάσαι?

Χωρίς έγνοιες. Θυμάσαι?

Χωρίς τύψεις. Θυμάσαι?

Χωρίς τίποτα άλλο από πίσω. Χωρίς αυτή τη σκιά που μένει. Πάντα μένει. Και πάντα θα μένει.

Βγες απόψε για λίγο στο μπαλκόνι σου, δεν κάνει κρύο. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι σου και θα δεις το αστέρι σου να φεγγοβολά.

Πάντα ψηλά, πάντα εκεί. Να φωτίζει τη νυχτιά ως το τέλος του κόσμου…

A walk to remember

Κι ήταν κι αυτός ο καλός άνθρωπος! Σπάνια βλέπεις τόσο καλούς ανθρώπους.

Σ’ έβλεπε μ’ εκείνα τα μεγάλα μάτια και πίστευες πως ήταν όλος μια αγάπη, μια ζεστή, πατρική αγκαλιά. Μια αγκαλιά που χωρούσε μέσα της τον κόσμο ολάκερο.

Μ’ εκείνο το χιούμορ των παλιών, το αγνό αστείο, λίγο σαρκασμός και λίγο αμηχανία στο γέλιο, σε κέρδιζε κατευθείαν. Κι ας τα είχες ακούσει ξανά και ξανά. Ήταν πάντοτε το ίδιο αστεία!

Σπάνια βλέπεις τόσο καλούς ανθρώπους σήμερα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω εάν βγαίνουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι, ή οι άγγελοι εκεί πάνω λιγόστεψαν κι είπε ο Θεός να τους κρατήσει για συντροφιά του.

Έφυγε μια μέρα, έτσι απλά όπως ήρθε σε τούτο τον κόσμο. Ταπεινά, μέσα στο μεγαλείο της ψυχής που μόνο όσοι -λίγοι- τον είχαμε γνωρίσει από κοντά, ξέραμε.

Φυσούσε πολύ εκείνη τη μέρα. Θυμάσαι? Όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι φεύγουν μια μέρα που φυσάει, σάμπως να καβαλάνε κάποιο σύννεφο, μη χάσουν στιγμή να βρεθούν δίπλα στην αγάπη τους. Θυμάσαι?

Μια βόλτα είναι η ζωή. Ένας περίπατος στο περιβόλι της αγάπης, που όταν τελειώσει το μόνο που θα θυμάσαι είναι μια σταγόνα όνειρα που έκανες παιδί και μια χούφτα άμμος που «έκλεψες» εκείνο το βράδυ από τη μικρή γλάστρα με το χρυσάνθεμο. Θα ξαναπλάσεις με λάσπη τον άνθρωπο μέσα σου για να έρθουν τα κύματα να στον διαλύσουν σ’ ένα αέναο παιχνίδι εντυπώσεων. Κι όταν θα μείνεις μόνος, έρμαιο της φθοράς και του χρόνου, θα θυμάσαι το χαμόγελό του. Το όμορφο, ταπεινό εκείνο χαμόγελο που φώτιζε τη ζωή σου κάθε ένα, ήσυχο βράδυ ξεγνοιασιάς.

Νύχτες με υγρασία στην πόλη. Με υγρασία στα μάτια. Και κάπου εκεί έξω υπάρχει μια καρδιά που χτυπάει ρυθμικά, πάλλεται στη σκέψη ότι ο ηλεκτρισμός είναι αιώνιος αγγελιαφόρος του έρωτα.

Μια παύση θα κάνω, σου είπα, και δεν με πίστεψες. Μια βόλτα θα πάω, να!, εδώ γύρω και θα ξανάρθω. Κι όπως στό ‘πα, έφυγα από το σκηνικό για πάντα. Αντίο.

Τρεις λέξεις πριν κοιμηθείς

Τρεις λέξεις σκέφτομαι εδώ και χρόνια, κάθε βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ. Τρεις λέξεις μόνο και μέσα τους, το νόημα ολάκερο μιας ζωής περιδιαβαίνει τα σοκάκια του μυαλού μου αφήνοντας ίχνη θυμού.

Ο χρόνος. Εχθρός στα εύκολα, φίλος στα πολύτιμα.

Κι έπειτα ο πόνος. Βάλσαμο τις νύχτες, φάντασμα τις μέρες που κοιμάσαι με τα παράθυρα ανοιχτά.

Και στο τέλος, η λήθη. Γλυκιά, σιωπηλή και γαλήνια, σαν θάλασσα που έπεσες να βυθιστείς και χάθηκες μια μακρινή νυχτιά του Μάρτη.

Μια τέτοια μέρα, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, ο Θεός ξημέρωσε τη γη αντίστροφα. Κι έμεινε η Κυριακή ανήλια. Κι έμεινες κι εσύ εκεί να μετράς όσα δεν πρόλαβες.

Κι όμως -αλήθεια στο λέω- τα πράγματα έγιναν ακριβώς ΕΤΣΙ….

Με την αγάπη δεν μπορεί ποτέ να τα βάλει κανείς το ξέρεις?

Θυμάμαι ένα παλιό στιχάκι, πανέμορφο, που έλεγε γλυκά γλυκά «που πάει η αγάπη όταν φεύγει, γίνεται σύννεφο ή πεθαίνει…» και αφήνω το χνώτο μου στο τζάμι να νοτίσει τις αναμνήσεις που χορεύουν.

Πλησιάζει ο χειμώνας και αγγίζει απειλητικά τις καρδιές μας για μια ακόμα φορά.

Κάποτε οι άνθρωποι κουράζονται και φεύγουν. Κάποτε όλοι κουράζονται. Και φεύγουν.

Και -αλήθεια στο λέω- τα πράγματα είναι ακριβώς ΕΤΣΙ….